Ανάπτυξη χωρίς σύγκλιση: οι συνθήκες διαβίωσης στην Ελλάδα, 2010 έως 2025
Εισόδημα 22,3% κάτω από το 2010, σχετική φτώχεια 19,6%, υποκειμενική 67,2%. Τι δείχνουν τα στοιχεία EU-SILC της Eurostat για την Ελλάδα, 2010 έως 2025.
Ανάλυση δεδομένων EU-SILC
Η έκθεση της Eurostat «Key figures on European living conditions 2026» τοποθετεί την Ελλάδα στις τελευταίες θέσεις της Ένωσης σε μια σειρά κοινωνικών δεικτών. Η ανάλυση που ακολουθεί ανασυγκροτεί την εικόνα από τις πρωτογενείς σειρές της βάσης της Eurostat, ελέγχει κάθε αριθμό που κυκλοφόρησε στον δημόσιο διάλογο και δείχνει ότι η τροχιά είναι λιγότερο μονοσήμαντη από ό,τι υποδηλώνουν οι επιμέρους τίτλοι.
Το κεντρικό εύρημα δεν είναι ότι όλοι οι δείκτες επιδεινώνονται, γιατί δεν επιδεινώνονται όλοι. Είναι ότι η Ελλάδα εμφανίζει ταυτόχρονα δύο κινήσεις που συνήθως δεν συνυπάρχουν. Το βιοτικό επίπεδο του μέσου νοικοκυριού ανακάμπτει από το 2016 και μετά, αλλά παραμένει δραματικά χαμηλότερο από το 2010 και αποκλίνει από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο αντί να συγκλίνει. Την ίδια στιγμή, οι δείκτες που μετρώνται σε σχέση με το τρέχον εθνικό διάμεσο εισόδημα δίνουν μια εικόνα στασιμότητας ή επιδείνωσης, ενώ οι δείκτες που μετρώνται έναντι σταθερού πραγματικού κατωφλιού δείχνουν αισθητή βελτίωση. Και οι δύο μετρήσεις είναι σωστές. Μετρούν διαφορετικά πράγματα.
Όλες οι τιμές από τη βάση διάχυσης της Eurostat. Το έτος αναφοράς εισοδήματος για την έρευνα του 2025 είναι το 2024.
Ενότητα 1Το μεθοδολογικό πλαίσιο, πριν από τους αριθμούς
Τρεις παρατηρήσεις καθορίζουν το πώς πρέπει να διαβαστεί οτιδήποτε ακολουθεί, και η παράλειψή τους είναι η συνηθέστερη πηγή παρανοήσεων στον δημόσιο σχολιασμό των στοιχείων EU-SILC.
Πρώτον, υπάρχει χρονική υστέρηση ενός έτους. Η έρευνα του 2025 καταγράφει εισοδήματα του 2024. Όταν λοιπόν συγκρίνουμε το «2025» με το «2019», συγκρίνουμε στην πραγματικότητα εισοδήματα του 2024 με εισοδήματα του 2018. Οι υποκειμενικοί δείκτες και οι δείκτες στέρησης, αντιθέτως, αναφέρονται στη στιγμή της συνέντευξης, δηλαδή στο ίδιο το 2025. Οι δύο ομάδες δεικτών δεν είναι απολύτως συγχρονισμένες.
Δεύτερον, ο ορισμός του AROPE άλλαξε το 2021. Ο δείκτης «σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού» υπολογίζεται με τον στόχο του 2030 από το 2015 και μετά, και με τον παλαιότερο στόχο του 2020 έως το 2020. Οι δύο σειρές δεν είναι συγκρίσιμες. Κάθε σύγκριση του 2025 με το 2010 σε αυτόν τον δείκτη διασχίζει μια ασυνέχεια και πρέπει να αποφεύγεται. Για τον λόγο αυτό παρουσιάζονται εδώ χωριστά.
Τρίτον, και σημαντικότερο, ο κίνδυνος φτώχειας είναι σχετικό μέγεθος. Ορίζεται ως το ποσοστό του πληθυσμού με ισοδύναμο εισόδημα κάτω από το 60% του τρέχοντος εθνικού διάμεσου. Όταν το διάμεσο εισόδημα καταρρέει, το κατώφλι καταρρέει μαζί του και ο δείκτης μπορεί να βελτιωθεί ενώ όλοι φτωχαίνουν. Όταν το διάμεσο ανακάμπτει, συμβαίνει το αντίστροφο. Η Ελλάδα της τελευταίας δεκαπενταετίας είναι το καθαρότερο παράδειγμα αυτού του φαινομένου σε ολόκληρη την Ένωση, και η ενότητα 3 το τεκμηριώνει ποσοτικά.
Ενότητα 2Το εισόδημα: το μέγεθος της απώλειας και η μερική ανάκαμψη
Ο δείκτης ilc_di18 της Eurostat μετρά το διάμεσο ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα σε πραγματικούς όρους, με βάση το 2010 ίσο με 100, αφαιρώντας την επίδραση των τιμών. Είναι ο καθαρότερος διαθέσιμος δείκτης της εξέλιξης του βιοτικού επιπέδου του μέσου νοικοκυριού.
Η ελληνική σειρά πέφτει από το 100 σε 58,94 το 2015, δηλαδή απώλεια άνω των σαράντα ποσοστιαίων μονάδων σε πέντε έτη, και έκτοτε ανακάμπτει σε 77,72 το 2025. Η ανάκαμψη από τον πάτο είναι πραγματική και ανέρχεται σε σχεδόν δεκαεννέα μονάδες, αν και όχι αδιάλειπτη, καθώς το 2023 ο δείκτης υποχώρησε από 74,15 σε 71,62. Παρ' όλα αυτά, το 2025 το πραγματικό διάμεσο εισόδημα παραμένει 22,3% χαμηλότερο από το 2010. Στο σύνολο της Ένωσης ο αντίστοιχος δείκτης βρίσκεται στο 125,40, δηλαδή αύξηση 25,4%. Το χάσμα μεταξύ Ελλάδας και ευρωπαϊκού μέσου όρου ανέρχεται σε 47,7 μονάδες δείκτη.
Η σειρά δημοσιεύεται από το 2011. Η βάση 2010 = 100 αντιστοιχεί στην έρευνα EU-SILC του 2010, δηλαδή σε εισοδήματα του 2009. Ο αποπληθωρισμός γίνεται με τον ΕνΔΤΚ της περιόδου αναφοράς εισοδήματος.
Πηγή: Eurostat, ilc_di18
Η Ελλάδα και η Γαλλία είναι οι δύο μόνες χώρες της Ένωσης με χαμηλότερο πραγματικό διάμεσο εισόδημα από το 2010. Η διαφορά μεταξύ τους όμως είναι ποιοτική και όχι βαθμού. Η γαλλική απώλεια είναι 0,6%, δηλαδή στατιστικά αδιάφορη. Η ελληνική είναι 22,3%. Στον αντίποδα, η Ρουμανία σημειώνει αύξηση 160,2% και οι τρεις βαλτικές χώρες, η Βουλγαρία, η Πολωνία, η Κροατία και η Μάλτα αυξήσεις τουλάχιστον 50%, με την Ουγγαρία ακριβώς στο όριο με 49,9%. Ο χάρτης 1 αποτυπώνει τη γεωγραφία αυτής της απόκλισης.
Οι κόκκινες αποχρώσεις σημαίνουν επίπεδο χαμηλότερο από το 2010, οι μπλε υψηλότερο. Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα στην κατώτερη κλάση. Προβολή Lambert ισεμβαδική, όρια EuroGeographics.
Πηγή: Eurostat, ilc_di18
Το επίπεδο, όχι μόνο η μεταβολή
Σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, που εξουδετερώνουν τις διαφορές τιμών μεταξύ χωρών, το ελληνικό διάμεσο διαθέσιμο εισόδημα ανέρχεται το 2025 σε 13.612 PPS έναντι 22.638 PPS στην Ένωση. Η Ελλάδα κατατάσσεται 25η από τις 27 χώρες, με χαμηλότερες μόνο τη Ρουμανία και την Ουγγαρία. Η Βουλγαρία, με 14.843 PPS, βρίσκεται πλέον πάνω από την Ελλάδα.
Η σχετική θέση είναι διδακτικότερη από το απόλυτο μέγεθος. Το 2011 το ελληνικό διάμεσο αντιστοιχούσε στο 79,7% του ευρωπαϊκού. Το 2017 είχε υποχωρήσει στο 54,5%. Το 2025 έχει ανακάμψει στο 60,1%. Υπάρχει δηλαδή μερική επανασύγκλιση από το 2017 και μετά, αλλά η χώρα παραμένει είκοσι μονάδες πιο μακριά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο απ' ό,τι στην αρχή της κρίσης.
Πηγή: Eurostat, ilc_di03
Πηγή: Eurostat, ilc_di03, ίδιος υπολογισμός
Η δημοσιευμένη έκθεση αναφέρει 32.002 PPS για την Αυστρία και 22.630 PPS για την ΕΕ-27. Οι τιμές αυτές έχουν αναθεωρηθεί έκτοτε στη βάση σε 32.385 και 22.638 αντίστοιχα. Η τιμή για την Ελλάδα παραμένει αμετάβλητη.
Πηγή: Eurostat, ilc_di03
Ενότητα 3Φτώχεια: γιατί δύο ορθές μετρήσεις δίνουν αντίθετες απαντήσεις
Εδώ βρίσκεται το αναλυτικά κρισιμότερο σημείο ολόκληρης της συζήτησης, και είναι το σημείο που σχεδόν πάντα παραλείπεται.
Ο σχετικός κίνδυνος φτώχειας στην Ελλάδα ήταν 20,1% το 2010, κορυφώθηκε στο 23,1% το 2012 και το 2013, υποχώρησε στο 17,9% το 2019 και ανήλθε ξανά στο 19,6% το 2025. Με βάση αυτόν τον δείκτη, η φτώχεια πράγματι αυξήθηκε κατά 1,7 ποσοστιαίες μονάδες από το 2019.
Ο δείκτης με σταθερό κατώφλι, που η Eurostat δημοσιεύει στο ilc_li22 αγκυρωμένο στο πραγματικό κατώφλι του 2019, λέει το αντίθετο. Ξεκινά εξ ορισμού από το 17,9% το 2019 και υποχωρεί σε 11,3% το 2025. Δηλαδή, αν κρατήσουμε σταθερό το πραγματικό επίπεδο διαβίωσης που όριζε τη φτώχεια το 2019, ο αριθμός των ανθρώπων κάτω από αυτό μειώθηκε κατά περισσότερο από ένα τρίτο.
Οι δύο δείκτες ταυτίζονται εξ ορισμού το 2019, που είναι το έτος αγκύρωσης, και αποκλίνουν στη συνέχεια. Η απόκλιση μετρά ακριβώς την άνοδο του κατωφλιού.
Πηγή: Eurostat, ilc_li02 και ilc_li22
Η εξήγηση της απόκλισης βρίσκεται στο ίδιο το κατώφλι. Για μονοπρόσωπο νοικοκυριό ήταν 7.178 ευρώ το 2010, κατέρρευσε σε 4.500 ευρώ το 2016 και επανήλθε σε 7.020 ευρώ το 2025. Σε τρέχουσες τιμές βρίσκεται δηλαδή ακόμη οριακά κάτω από το επίπεδο του 2010. Αποπληθωρισμένο, το κατώφλι του 2025 αντιστοιχεί στο 79,1% εκείνου του 2010, αφού είχε υποχωρήσει έως το 62,2% το 2016.
Η σειρά σε σταθερές τιμές προκύπτει με αποπληθωρισμό του ονομαστικού κατωφλιού με τον εναρμονισμένο δείκτη τιμών καταναλωτή, βάση 2015 = 100, και αναγωγή στο 2010.
Πηγή: Eurostat, ilc_li01 και prc_hicp_aind, ίδιος υπολογισμός
Τι σημαίνει αυτό ερμηνευτικά
Η μείωση της σχετικής φτώχειας μεταξύ 2013 και 2019 δεν αντανακλούσε βελτίωση της θέσης των φτωχότερων νοικοκυριών. Αντανακλούσε σε μεγάλο βαθμό την κατάρρευση του μέτρου σύγκρισης. Αντιστρόφως, η αύξηση της σχετικής φτώχειας μετά το 2019 συμβαίνει ενώ το πραγματικό εισόδημα του μέσου νοικοκυριού ανεβαίνει, και οφείλεται εν μέρει στο ότι το κατώφλι ανεβαίνει ταχύτερα από τα εισοδήματα της βάσης της κατανομής. Ο ισχυρισμός «η φτώχεια αυξήθηκε από το 2019» και ο ισχυρισμός «λιγότεροι άνθρωποι ζουν κάτω από το επίπεδο του 2019» είναι και οι δύο αληθείς. Η επιλογή του ενός ή του άλλου δείκτη, χωρίς αναφορά στον άλλο, είναι επιλογή αφηγήματος και όχι επιλογή μεθόδου.
Ποιος επιβαρύνθηκε: η αντιστροφή στους ηλικιωμένους
Η κατανομή της μεταβολής κατά ηλικία αποκαλύπτει μια εξέλιξη που δεν έχει σχολιαστεί επαρκώς. Ο κίνδυνος φτώχειας για τους άνω των 65 ετών υποχώρησε από 21,3% το 2010 σε 11,6% το 2018, το χαμηλότερο επίπεδο της σειράς, και στη συνέχεια αντιστράφηκε πλήρως, φθάνοντας το 20,9% το 2025. Πρόκειται για αύξηση εννέα μονάδων σε επτά έτη, και είναι η μεγαλύτερη μεταβολή οποιασδήποτε ηλικιακής ομάδας.
Ο μηχανισμός είναι συνεπής με τη λογική του σχετικού δείκτη. Οι συντάξεις υπέστησαν ονομαστικές περικοπές στη δεκαετία του 2010 και έκτοτε αναπροσαρμόζονται με ρυθμό βραδύτερο από εκείνον του διάμεσου εισοδήματος, το οποίο ανακάμπτει κυρίως μέσω της απασχόλησης και των μισθών. Καθώς το κατώφλι ανεβαίνει, ολοένα μεγαλύτερο μέρος του συνταξιοδοτικού πληθυσμού βρίσκεται κάτω από αυτό, ακόμη και αν η πραγματική του αγοραστική δύναμη δεν μειώνεται. Η παιδική φτώχεια, αντιθέτως, κινείται πολύ πιο ήπια, από 21,1% το 2019 σε 22,8% το 2025.
Πηγή: Eurostat, ilc_li02, κατώφλι 60% του διάμεσου
Η αναδιανεμητική επίδραση του κοινωνικού κράτους παραμένει συγκριτικά περιορισμένη. Πριν από τις κοινωνικές μεταβιβάσεις, εξαιρουμένων των συντάξεων, ο κίνδυνος φτώχειας το 2025 είναι 23,2%. Μετά από αυτές υποχωρεί σε 19,6%. Η μείωση των 3,6 μονάδων αντιστοιχεί σε αναδιανεμητική ισχύ 15,5%, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος κινείται σαφώς υψηλότερα.
Οι συντάξεις λογίζονται ως εισόδημα και όχι ως μεταβίβαση. Η διακεκομμένη κάθετη γραμμή σημειώνει τη διακοπή σειράς που η Eurostat επισημαίνει στο 2022 για τη σειρά πριν τις μεταβιβάσεις.
Πηγή: Eurostat, ilc_li10 και ilc_li02
Ενότητα 4Ο σύνθετος δείκτης AROPE και η ασυνέχειά του
Το 2025 το 27,5% του ελληνικού πληθυσμού βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού. Είναι το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό στην Ένωση, μετά τη Βουλγαρία με 29,0%, και ακολουθεί η Ρουμανία με 27,4%. Ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 20,9%, που αντιστοιχεί σε 92,7 εκατομμύρια ανθρώπους.
Μεταξύ 2022 και 2025 ο ελληνικός δείκτης ανεβαίνει από 26,3% σε 27,5%, ενώ ο ευρωπαϊκός υποχωρεί ελαφρά από 21,6% σε 20,9%. Η κατεύθυνση είναι όντως αποκλίνουσα. Πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι η μεταβολή του 1,2 της μονάδας είναι μικρή σε σχέση με το δειγματοληπτικό σφάλμα της έρευνας, και ότι ο δείκτης του 2025 παραμένει χαμηλότερος από κάθε έτος της περιόδου 2015 έως 2019 καθώς και από το 2021, αν και οριακά υψηλότερος από το 2020, οπότε είχε καταγραφεί 27,4%.
Πηγή: Eurostat, ilc_peps01n
Πηγή: Eurostat, ilc_peps01
Τα δύο διαγράμματα παρουσιάζονται χωριστά επίτηδες. Η παλαιά σειρά δείχνει κορύφωση στο 36,0% το 2014 και υποχώρηση στο 28,8% το 2020. Η νέα σειρά δείχνει υποχώρηση από 32,4% το 2015 σε 26,1% το 2023 και μικρή άνοδο έκτοτε. Η ένωσή τους σε μία γραμμή θα παρήγαγε τεχνητό άλμα και δεν επιτρέπεται μεθοδολογικά.
Πηγή: Eurostat, ilc_peps01n
Η δημοσιευμένη έκθεση, με στοιχεία Ιουνίου 2026, αποδίδει στη Βουλγαρία 29,8%. Η τρέχουσα τιμή στη βάση είναι 29,0%. Η κατάταξη της Ελλάδας στη δεύτερη θέση δεν επηρεάζεται.
Πηγή: Eurostat, ilc_peps01n
Ενότητα 5Υλική στέρηση, ενέργεια και συμμετοχή
Οι δείκτες στέρησης έχουν ένα σημαντικό πλεονέκτημα έναντι των σχετικών δεικτών εισοδήματος. Μετρούν απόλυτες αδυναμίες κάλυψης συγκεκριμένων αναγκών και δεν εξαρτώνται από το κινούμενο κατώφλι. Γι' αυτό λειτουργούν ως χρήσιμος έλεγχος των συμπερασμάτων της ενότητας 3.
Η σοβαρή υλική και κοινωνική στέρηση, που ορίζεται ως αδυναμία κάλυψης τουλάχιστον επτά από δεκατρία στοιχεία, αφορά το 14,9% του πληθυσμού το 2025. Είναι η τρίτη χειρότερη επίδοση στην Ένωση, μετά τη Ρουμανία με 16,8% και τη Βουλγαρία με 15,0%, και υπερδιπλάσια του ευρωπαϊκού μέσου όρου του 6,3%. Η σειρά είχε υποχωρήσει σε 13,5% το 2023 και έκτοτε ανεβαίνει δύο συνεχόμενα έτη, ενώ ο ευρωπαϊκός μέσος όρος συνεχίζει να πέφτει. Αυτή η πρόσφατη αντιστροφή είναι γνήσια και δεν εξηγείται από μεθοδολογικά τεχνάσματα.
Πηγή: Eurostat, ilc_mdsd11
Πηγή: Eurostat, ilc_mdes01
Στην ενεργειακή φτώχεια η Ελλάδα κατέχει την πρώτη θέση στην Ένωση με 18,1%, έναντι 8,8% του μέσου όρου και 2,6% στη Φινλανδία. Η ιστορική διαδρομή είναι εδώ αποκαλυπτική. Ο δείκτης εκτοξεύθηκε από 15,4% το 2010 σε 32,9% το 2014, υποχώρησε σε 17,1% το 2020 και έκτοτε παραμένει καθηλωμένος γύρω από το 18 με 19%, χωρίς περαιτέρω βελτίωση παρά την ανάκαμψη των εισοδημάτων. Η ενεργειακή κρίση του 2022 επιδείνωσε τον ευρωπαϊκό μέσο όρο σημαντικά περισσότερο από τον ελληνικό, ακριβώς επειδή ο ελληνικός βρισκόταν ήδη σε πολύ υψηλό επίπεδο.
Πηγή: Eurostat, ilc_mdes01
Πηγή: Eurostat, ilc_mdsd11
Ο δείκτης που αφορά την αδυναμία τακτικής συμμετοχής σε δραστηριότητες αναψυχής τοποθετεί την Ελλάδα στην πρώτη θέση με 27,3%, έναντι 12,1% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Πρόκειται για δείκτη κοινωνικής και όχι αυστηρά υλικής στέρησης, και η τιμή του παραμένει ουσιαστικά αμετάβλητη από το 2014, όταν ήταν 26,1%. Η οικονομική ανάκαμψη δεν έχει μεταφραστεί σε βελτίωση αυτής της διάστασης.
Πηγή: Eurostat, ilc_mdes11a
Ενότητα 6Στέγαση
Το 26,4% του ελληνικού πληθυσμού ζει σε νοικοκυριά όπου οι δαπάνες στέγασης υπερβαίνουν το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος, έναντι 7,7% στην Ένωση. Η Ελλάδα έχει την υψηλότερη τιμή και ακολουθεί η Δανία με 23,4%.
Η δυναμική όμως είναι εδώ σαφώς θετική και αξίζει να καταγραφεί με ακρίβεια. Ο δείκτης κορυφώθηκε στο 45,5% το 2015 και έκτοτε έχει υποχωρήσει κατά δεκαεννέα μονάδες. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη βελτίωση οποιουδήποτε δείκτη που εξετάζεται σε αυτή την ανάλυση. Το γεγονός ότι το επίπεδο παραμένει τριπλάσιο του ευρωπαϊκού δεν αναιρεί την κατεύθυνση.
Πηγή: Eurostat, ilc_lvho07a
Η τιμή της Δανίας φέρει σήμανση διακοπής σειράς για το 2025 και δεν είναι συγκρίσιμη με τα προηγούμενα έτη της ίδιας χώρας.
Πηγή: Eurostat, ilc_lvho07a
Η ανάλυση κατά καθεστώς κατοχής ανατρέπει μια διαδεδομένη υπόθεση. Το 2025 οι ενοικιαστές σε τιμή αγοράς εμφανίζουν στεγαστικό βάρος 26,0%, δηλαδή οριακά χαμηλότερο από τον εθνικό μέσο όρο και από τους ιδιοκτήτες χωρίς δάνειο. Η βαρύτερα επιβαρυμένη ομάδα είναι οι ενοικιαστές σε μειωμένο ή μηδενικό μίσθωμα, με 36,2%.
Η σειρά για τους ενοικιαστές σε τιμή αγοράς εμφανίζει μη σημασμένη ασυνέχεια μεταξύ 2021 και 2022, από 74,6% σε 37,9%. Μεταβολή αυτού του μεγέθους σε ένα έτος δεν είναι εύλογη και πιθανότατα αντανακλά μεθοδολογική αλλαγή. Για τον λόγο αυτό παρουσιάζεται μόνο η διαστρωματική εικόνα του 2025 και όχι χρονοσειρά.
Πηγή: Eurostat, ilc_lvho07c
Ενότητα 7Πρόσβαση στην υγεία
Ο δείκτης ανικανοποίητων αναγκών για ιατρική εξέταση είναι εκείνος στον οποίο η ελληνική απόκλιση είναι η μεγαλύτερη σε ολόκληρη την ανάλυση. Το 11,5% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω δήλωσε το 2025 ότι χρειάστηκε και δεν έλαβε ιατρική εξέταση, έναντι 2,4% στην Ένωση. Η δεύτερη υψηλότερη χώρα είναι η Φινλανδία με 7,8%.
Η σύνθεση των αιτιών είναι το ουσιώδες εύρημα και διαφοροποιεί πλήρως την ελληνική περίπτωση από τις υπόλοιπες χώρες υψηλού δείκτη. Από τις 11,5 μονάδες, οι 8,8 οφείλονται στο κόστος και μόλις 2,0 σε λίστες αναμονής. Στην Ένωση ισχύει το αντίστροφο, με 1,2 μονάδες από λίστες αναμονής και 1,0 από κόστος. Στη Φινλανδία και την Εσθονία, που ακολουθούν την Ελλάδα στην κατάταξη, ο δείκτης οδηγείται από την αναμονή. Η ελληνική ανικανοποίητη ανάγκη είναι δηλαδή ζήτημα οικονομικής προσιτότητας και όχι χωρητικότητας του συστήματος.
Πηγή: Eurostat, hlth_silc_08
Πηγή: Eurostat, hlth_silc_08
Η χρονοσειρά δείχνει επίσης ότι η βελτίωση της περιόδου 2016 έως 2021, από 13,1% σε 6,4%, έχει πλήρως αντιστραφεί. Από το 2022 ο δείκτης ανεβαίνει απότομα και το 2025 βρίσκεται μεταξύ των επιπέδων του 2014 και του 2015. Σημειώνεται ότι ο ευρωπαϊκός μέσος όρος παρουσιάζει τεκμηριωμένη ασυνέχεια το 2017 λόγω αναθεώρησης του ερωτηματολογίου.
| Αιτία | Ελλάδα (%) | ΕΕ-27 (%) |
|---|---|---|
| Πολύ ακριβό | 8,8 | 1,0 |
| Λίστα αναμονής | 2,0 | 1,2 |
| Πολύ μακριά | 0,7 | 0,1 |
| Σύνολο | 11,5 | 2,4 |
Πηγή: Eurostat, hlth_silc_08. Τα επιμέρους ποσοστά της ΕΕ-27 αθροίζουν σε 2,3 και όχι σε 2,4 λόγω στρογγυλοποίησης, όπως σημειώνει και η ίδια η έκθεση. Το σύνολο αντιστοιχεί στη δημοσιευμένη τιμή του συνδυασμένου δείκτη.
Η περιφερειακή διάσταση
Και οι δεκατρείς ελληνικές περιφέρειες εμφανίζουν υψηλότερο ποσοστό ανικανοποίητων αναγκών από κάθε άλλη περιφέρεια NUTS 2 της Ένωσης. Οι τιμές κυμαίνονται από 9,1% στο Νότιο Αιγαίο έως 13,4% στο Βόρειο Αιγαίο. Η υψηλότερη μη ελληνική περιφέρεια είναι η φινλανδική Pohjois- ja Itä-Suomi με 9,0%.
Η διατύπωση απαιτεί προσοχή. Η διαφορά μεταξύ της χαμηλότερης ελληνικής περιφέρειας και της υψηλότερης μη ελληνικής είναι 0,1 της ποσοστιαίας μονάδας, δηλαδή σαφώς εντός του δειγματοληπτικού σφάλματος σε περιφερειακό επίπεδο. Η κατάταξη των σημειακών εκτιμήσεων ισχύει, αλλά ο ισχυρισμός ότι κάθε ελληνική περιφέρεια έχει στατιστικά υψηλότερη ανικανοποίητη ανάγκη από κάθε άλλη ευρωπαϊκή δεν θα ήταν υπερασπίσιμος.
Το μέγεθος και η ένταση του κύκλου αποδίδουν την τιμή. Τα περιφερειακά στοιχεία αφορούν τον συνολικό πληθυσμό και όχι μόνο τις ηλικίες 16 και άνω, επομένως δεν είναι απολύτως συγκρίσιμα με την εθνική τιμή.
Πηγή: Eurostat, hlth_silc_08_r
| Κωδικός | Περιφέρεια | Ανικανοποίητες ανάγκες (%) |
|---|---|---|
| EL41 | Βόρειο Αιγαίο | 13,4 |
| EL51 | Αν. Μακεδονία, Θράκη | 13,2 |
| EL53 | Δυτική Μακεδονία | 13,2 |
| EL63 | Δυτική Ελλάδα | 13,2 |
| EL65 | Πελοπόννησος | 12,1 |
| EL30 | Αττική | 11,8 |
| EL62 | Ιόνια Νησιά | 11,6 |
| EL61 | Θεσσαλία | 11,4 |
| EL43 | Κρήτη | 11,3 |
| EL54 | Ήπειρος | 11,3 |
| EL52 | Κεντρική Μακεδονία | 10,2 |
| EL64 | Στερεά Ελλάδα | 9,4 |
| EL42 | Νότιο Αιγαίο | 9,1 |
Ενότητα 8Η υποκειμενική διάσταση και τα όριά της
Ο δείκτης «ικανότητα κάλυψης αναγκών» είναι εκείνος που παρήγαγε τους πιο εντυπωσιακούς τίτλους. Το 87,1% των ελληνικών νοικοκυριών δηλώνει ότι τα βγάζει πέρα με τουλάχιστον κάποια δυσκολία, έναντι 42,5% στην Ένωση, και το 67,2% με δυσκολία ή μεγάλη δυσκολία, που είναι ο ορισμός της υποκειμενικής φτώχειας, έναντι 17,6% στην Ένωση. Η επόμενη χώρα, η Βουλγαρία, βρίσκεται στο 36,1%. Η ελληνική τιμή είναι σχεδόν διπλάσια της δεύτερης και σχεδόν τετραπλάσια του μέσου όρου.
Πηγή: Eurostat, ilc_mdes09, άθροισμα κατηγοριών
Πηγή: Eurostat, ilc_mdes09, άθροισμα κατηγοριών
Πηγή: Eurostat, ilc_mdes09 και ilc_sbjp01
Η ιστορική διαδρομή δείχνει ότι ο δείκτης ήταν ήδη υψηλός πριν από την κρίση, στο 58,4% το 2010, κορυφώθηκε στο 78,3% το 2013 και έκτοτε υποχωρεί πολύ αργά. Από το 2022 έχει ουσιαστικά σταθεροποιηθεί γύρω από το 67%. Υπάρχει δηλαδή βελτίωση έντεκα μονάδων από την κορύφωση, αλλά η διαφορά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο έχει διευρυνθεί, επειδή ο ευρωπαϊκός δείκτης υποχώρησε ταχύτερα, από 30,0% το 2013 σε 17,6% το 2025.
Αναγκαία επιφύλαξη
Οι υποκειμενικοί δείκτες δεν είναι διακρατικά συγκρίσιμοι με τον ίδιο τρόπο που είναι οι αντικειμενικοί. Εξαρτώνται από το σημείο αναφοράς των ερωτώμενων, από πολιτισμικές νόρμες ως προς τη δήλωση δυσκολίας και, κρίσιμα, από το μέγεθος της πρόσφατης πτώσης. Πληθυσμός που έχασε το 40% του πραγματικού εισοδήματός του μέσα σε πέντε έτη αξιολογεί τη σημερινή του κατάσταση με κριτήριο το παρελθόν του και όχι με κριτήριο τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Αυτό δεν ακυρώνει τον δείκτη, ο οποίος καταγράφει πραγματική βιωμένη πίεση, αλλά σημαίνει ότι η απόσταση των πενήντα μονάδων από τον μέσο όρο δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως απόσταση πενήντα μονάδων σε αντικειμενικές συνθήκες. Η αντιπαραβολή με τη σοβαρή υλική στέρηση, όπου η Ελλάδα είναι στο 14,9% έναντι 6,3%, δηλαδή υπερδιπλάσια και όχι τετραπλάσια, στηρίζει αυτή την ανάγνωση.
Ενότητα 9Ανισότητα
Στους δείκτες ανισότητας η εικόνα είναι σαφώς και σταθερά βελτιούμενη, γεγονός που πρέπει να καταγραφεί με την ίδια ακρίβεια που καταγράφονται και οι αρνητικές εξελίξεις. Ο συντελεστής Gini υποχώρησε από 34,5 το 2014 σε 31,6 το 2025. Ο λόγος εισοδηματικών μεριδίων S80/S20 υποχώρησε από 6,63 το 2012 σε 5,17 το 2025, που είναι η δεύτερη χαμηλότερη τιμή της σειράς από το 2010, μετά το 5,11 του 2019.
Η Ελλάδα παραμένει πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και στους δύο δείκτες, με 31,6 έναντι 29,2 στον Gini και 5,17 έναντι 4,62 στον S80/S20, αλλά η απόσταση έχει συρρικνωθεί. Το εύρημα αυτό είναι δύσκολο να συμβιβαστεί με μια αφήγηση γενικευμένης και μονοσήμαντης επιδείνωσης. Η ανισότητα μειώνεται ενώ το επίπεδο παραμένει χαμηλό, κάτι που είναι συμβατό με ανάκαμψη οδηγούμενη από την απασχόληση στα χαμηλότερα κλιμάκια της κατανομής.
Πηγή: Eurostat, ilc_di12
Πηγή: Eurostat, ilc_di11
Ενότητα 10Έλεγχος των δημοσιευμένων ισχυρισμών
Ο παρακάτω πίνακας αντιπαραβάλλει κάθε ποσοτικό ισχυρισμό που κυκλοφόρησε με βάση την έκθεση με την αντίστοιχη τιμή στη βάση της Eurostat, όπως ανακτήθηκε στις 20 και 21 Σεπτεμβρίου 2026. Από τους είκοσι έναν ισχυρισμούς, οι δεκαέξι επιβεβαιώνονται πλήρως και οι πέντε απαιτούν διευκρίνιση. Κανένας δεν διαψεύδεται.
| Ισχυρισμός | Τιμή | Πηγή στη βάση | Έλεγχος | Σχόλιο |
|---|---|---|---|---|
| Πραγματικό διάμεσο εισόδημα 22,3% κάτω από το 2010 | −22,3% | ilc_di18: δείκτης 77,72 για το 2025 | Επιβεβαιώνεται | Επιβεβαιώνεται |
| Στην ΕΕ το πραγματικό εισόδημα αυξήθηκε 25,4% | +25,4% | ilc_di18: δείκτης 125,40 | Επιβεβαιώνεται | Επιβεβαιώνεται |
| Μόνο η Γαλλία έχει επίσης μείωση, οριακή στο −0,6% | −0,6% | ilc_di18: Γαλλία 99,41 | Επιβεβαιώνεται | Επιβεβαιώνεται |
| Διάμεσο εισόδημα 13.612 PPS έναντι 22.630 στην ΕΕ | 13.612 PPS | ilc_di03: Ελλάδα 13.612· ΕΕ-27 σήμερα 22.638 | Με επιφύλαξη | Η τιμή για την Ελλάδα επιβεβαιώνεται. Ο μέσος όρος της ΕΕ έχει αναθεωρηθεί από 22.630 σε 22.638 |
| Αυστρία 32.002 PPS | 32.002 PPS | ilc_di03: Αυστρία σήμερα 32.385 | Με επιφύλαξη | Ίσχυε στην έκδοση του Ιουνίου 2026, έχει έκτοτε αναθεωρηθεί |
| Η Βουλγαρία ξεπερνά την Ελλάδα σε διάμεσο εισόδημα | 14.843 PPS | ilc_di03: Βουλγαρία 14.843 έναντι 13.612 | Επιβεβαιώνεται | Επιβεβαιώνεται |
| Τρίτο χαμηλότερο διάμεσο εισόδημα στην ΕΕ | 25η από 27 | Μόνο Ρουμανία και Ουγγαρία χαμηλότερα | Επιβεβαιώνεται | Επιβεβαιώνεται |
| AROPE 27,5%, δεύτερο υψηλότερο μετά τη Βουλγαρία | 27,5% | ilc_peps01n: Ελλάδα 27,5· Βουλγαρία 29,0 | Με επιφύλαξη | Η κατάταξη επιβεβαιώνεται. Η τιμή 29,8% για τη Βουλγαρία δεν επιβεβαιώνεται, η τρέχουσα είναι 29,0% |
| AROPE 26,3% το 2022 προς 27,5% το 2025 | +1,2 μ.μ. | ilc_peps01n | Επιβεβαιώνεται | Επιβεβαιώνεται |
| AROPE παιδιών 29,6% από 28,1% το 2022 | +1,5 μ.μ. | ilc_peps01n, ηλικία κάτω των 18 | Επιβεβαιώνεται | Επιβεβαιώνεται |
| Κίνδυνος φτώχειας 19,6% από 17,9% το 2019 | +1,7 μ.μ. | ilc_li02, κατώφλι 60% | Με επιφύλαξη | Επιβεβαιώνεται για τον σχετικό δείκτη. Με σταθερό κατώφλι 2019 ο δείκτης μειώθηκε σε 11,3% |
| Παιδική φτώχεια 22,8% από 21,1% το 2019 | +1,7 μ.μ. | ilc_li02, ηλικία κάτω των 18 | Επιβεβαιώνεται | Επιβεβαιώνεται |
| 87,1% δηλώνει τουλάχιστον κάποια δυσκολία | 87,1% | ilc_mdes09, άθροισμα τριών κατηγοριών | Επιβεβαιώνεται | Επιβεβαιώνεται |
| Υποκειμενική φτώχεια 67,2% έναντι 17,6% στην ΕΕ | 67,2% | ilc_mdes09 και ilc_sbjp01 | Επιβεβαιώνεται | Επιβεβαιώνεται |
| Στεγαστικό βάρος 26,4% έναντι 7,7% στην ΕΕ | 26,4% | ilc_lvho07a | Επιβεβαιώνεται | Επιβεβαιώνεται |
| Ενεργειακή φτώχεια 18,1%, υψηλότερη στην ΕΕ | 18,1% | ilc_mdes01· ΕΕ 8,8· Φινλανδία 2,6 | Επιβεβαιώνεται | Επιβεβαιώνεται |
| Σοβαρή υλική στέρηση 14,9%, τρίτη χειρότερη | 14,9% | ilc_mdsd11: Ρουμανία 16,8· Βουλγαρία 15,0 | Επιβεβαιώνεται | Επιβεβαιώνεται |
| 27,3% δεν μπορεί να πληρώσει δραστηριότητες αναψυχής | 27,3% | ilc_mdes11a· ΕΕ 12,1 | Επιβεβαιώνεται | Επιβεβαιώνεται |
| Ανικανοποίητες ανάγκες υγείας 11,5% έναντι 2,4% | 11,5% | hlth_silc_08, ηλικία 16+ | Επιβεβαιώνεται | Επιβεβαιώνεται |
| Και οι 13 περιφέρειες πάνω από κάθε άλλη της ΕΕ | 9,1–13,4% | hlth_silc_08_r· επόμενη η Φινλανδία με 9,0 | Με επιφύλαξη | Επιβεβαιώνεται ως κατάταξη σημειακών εκτιμήσεων, με περιθώριο 0,1 μονάδας |
| 92,7 εκατ. σε κίνδυνο στην ΕΕ, 20,9% του πληθυσμού | 92,7 εκατ. | Έκθεση Eurostat, σ. 13 | Επιβεβαιώνεται | Επιβεβαιώνεται |
Οι αποκλίσεις που εντοπίστηκαν είναι μικρής σημασίας και έχουν συγκεκριμένη εξήγηση. Η έκθεση ολοκληρώθηκε συντακτικά τον Ιούνιο του 2026 και η βάση έχει έκτοτε δεχθεί αναθεωρήσεις, οι οποίες εξηγούν τις διαφορές στην Αυστρία, στον μέσο όρο της Ένωσης και πιθανότατα στη Βουλγαρία. Η ουσιαστική επιφύλαξη δεν αφορά την ακρίβεια των αριθμών αλλά την πληρότητα της επιλογής τους, και συγκεκριμένα την απουσία του δείκτη σταθερού κατωφλιού και των δεικτών ανισότητας από το αφήγημα.
Ενότητα 11Σύνοψη των ευρημάτων
- Το επίπεδο είναι το πρόβλημα, όχι η κατεύθυνση. Το πραγματικό διάμεσο εισόδημα ανακάμπτει από το 2015, με μία διακοπή το 2023, αλλά παραμένει 22,3% κάτω από το 2010 όταν η Ένωση βρίσκεται 25,4% πάνω. Η σύγκλιση δεν έχει ξεκινήσει σε επίπεδα, μόνο σε ρυθμούς.
- Οι δύο μετρήσεις της φτώχειας αποκλίνουν και αυτό είναι πληροφορία. Η σχετική φτώχεια ανεβαίνει σε 19,6% ενώ η φτώχεια με σταθερό κατώφλι 2019 πέφτει σε 11,3%. Η ταυτόχρονη παρουσίαση και των δύο είναι μεθοδολογική υποχρέωση.
- Η μετατόπιση του βάρους προς τους ηλικιωμένους είναι το πιο υποτιμημένο εύρημα. Από 11,6% το 2018 σε 20,9% το 2025, εξέλιξη που κανένα δημοσίευμα δεν σχολίασε και που έχει άμεσες συνεπαγωγές για τη συνταξιοδοτική πολιτική.
- Η πρόσβαση στην υγεία επιδεινώνεται και ο λόγος είναι το κόστος. Οι 8,8 από τις 11,5 μονάδες αφορούν οικονομική αδυναμία, όχι λίστες αναμονής.
- Η στέγαση και η ανισότητα βελτιώνονται ουσιωδώς. Το στεγαστικό βάρος υποχώρησε δεκαεννέα μονάδες από το 2015 και ο S80/S20 βρίσκεται κοντά στο χαμηλότερο σημείο της δεκαπενταετίας.
- Η υλική στέρηση αντιστρέφεται τα δύο τελευταία έτη. Από 13,5% το 2023 σε 14,9% το 2025, ενώ ο ευρωπαϊκός μέσος όρος συνεχίζει να υποχωρεί. Αυτό αξίζει παρακολούθηση.
ΠαράρτημαΠίνακας δεδομένων και πηγές
| Δείκτης | 2010 | 2011 | 2012 | 2013 | 2014 | 2015 | 2016 | 2017 | 2018 | 2019 | 2020 | 2021 | 2022 | 2023 | 2024 | 2025 |
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| Πραγματικό εισόδημα, Ελλάδα (2010=100) | · | 87,7 | 73,7 | 64,2 | 59,4 | 58,9 | 59,4 | 60,2 | 61,6 | 63,7 | 67,9 | 68,6 | 74,2 | 71,6 | 74,2 | 77,7 |
| Πραγματικό εισόδημα, ΕΕ-27 (2010=100) | · | 98,3 | 97,0 | 94,8 | 94,9 | 97,0 | 100,0 | 103,6 | 106,7 | 110,0 | 115,7 | 117,5 | 120,0 | 118,4 | 120,2 | 125,4 |
| Διάμεσο εισόδημα, Ελλάδα (PPS) | 12 599 | 11 627 | 10 063 | 9 046 | 8 674 | 8 802 | 9 048 | 9 035 | 9 245 | 9 765 | 10 175 | 9 917 | 10 841 | 11 389 | 12 436 | 13 612 |
| Κίνδυνος φτώχειας, Ελλάδα (%) | 20,1 | 21,4 | 23,1 | 23,1 | 22,1 | 21,4 | 21,2 | 20,2 | 18,5 | 17,9 | 17,7 | 19,6 | 18,8 | 18,9 | 19,6 | 19,6 |
| Φτώχεια με σταθερό κατώφλι 2019 (%) | · | · | · | · | · | · | · | · | · | 17,9 | 15,3 | 16,8 | 12,8 | 13,8 | 12,8 | 11,3 |
| Κατώφλι φτώχειας, ένα άτομο (ευρώ) | 7 178 | 6 591 | 5 708 | 5 023 | 4 608 | 4 512 | 4 500 | 4 560 | 4 718 | 4 917 | 5 269 | 5 251 | 5 712 | 6 030 | 6 510 | 7 020 |
| AROPE, Ελλάδα, ορισμός 2030 (%) | · | · | · | · | · | 32,4 | 32,6 | 32,2 | 30,3 | 29,0 | 27,4 | 28,3 | 26,3 | 26,1 | 26,9 | 27,5 |
| Σοβαρή υλική και κοινωνική στέρηση (%) | · | · | · | · | · | 17,6 | 18,4 | 18,3 | 16,1 | 15,8 | 14,9 | 13,9 | 13,9 | 13,5 | 14,0 | 14,9 |
| Ενεργειακή φτώχεια (%) | 15,4 | 18,6 | 26,1 | 29,5 | 32,9 | 29,2 | 29,1 | 25,7 | 22,7 | 17,9 | 17,1 | 17,5 | 18,7 | 19,2 | 19,0 | 18,1 |
| Στεγαστικό βάρος (%) | 18,1 | 24,2 | 33,1 | 36,9 | 44,9 | 45,5 | 40,5 | 39,6 | 39,5 | 36,2 | 33,3 | 28,8 | 26,7 | 28,5 | 28,9 | 26,4 |
| Ανικανοποίητες ανάγκες υγείας (%) | 5,5 | 7,5 | 8,0 | 9,0 | 10,9 | 12,3 | 13,1 | 10,0 | 8,8 | 8,1 | 6,5 | 6,4 | 9,0 | 11,6 | 12,1 | 11,5 |
| Υποκειμενική φτώχεια (%) | 58,4 | 62,6 | 73,1 | 78,3 | 78,1 | 77,7 | 76,8 | 77,2 | 74,1 | 71,0 | 69,8 | 71,0 | 68,4 | 67,0 | 66,7 | 67,2 |
| Συντελεστής Gini | · | · | · | · | 34,5 | 34,2 | 34,3 | 33,4 | 32,3 | 31,0 | 31,4 | 32,4 | 31,4 | 31,8 | 31,8 | 31,6 |
| Λόγος S80/S20 | 5,61 | 5,96 | 6,63 | 6,60 | 6,46 | 6,51 | 6,55 | 6,11 | 5,51 | 5,11 | 5,23 | 5,79 | 5,20 | 5,28 | 5,27 | 5,17 |
Η τελεία δηλώνει ότι η Eurostat δεν δημοσιεύει τιμή για το συγκεκριμένο έτος.
Σύνολα δεδομένων που χρησιμοποιήθηκαν
| Κωδικός | Περιεχόμενο | Χρήση στην ανάλυση |
|---|---|---|
| ilc_di18 | Εισόδημα σε πραγματικούς όρους, δείκτης SILC 2010 = 100 | Ενότητα 2, διάγραμμα 1, χάρτης 1 |
| ilc_di03 | Διάμεσο ισοδύναμο καθαρό εισόδημα σε PPS και ευρώ | Ενότητα 2, διαγράμματα 2 έως 4 |
| ilc_li02 | Κίνδυνος φτώχειας, κατώφλι 60% του διάμεσου | Ενότητες 3 και 4 |
| ilc_li22 | Κίνδυνος φτώχειας με σταθερό κατώφλι, αγκύρωση 2019 | Ενότητα 3, διάγραμμα 5 |
| ilc_li01 | Κατώφλι φτώχειας κατά σύνθεση νοικοκυριού | Ενότητα 3, διάγραμμα 6 |
| ilc_li10 | Κίνδυνος φτώχειας πριν τις κοινωνικές μεταβιβάσεις | Ενότητα 3, διάγραμμα 8 |
| ilc_peps01n | AROPE με τον ορισμό του στόχου 2030 | Ενότητα 4 |
| ilc_peps01 | AROPE με τον παλαιό ορισμό, έως 2020 | Ενότητα 4, διάγραμμα 10 |
| ilc_mdsd11 | Σοβαρή υλική και κοινωνική στέρηση | Ενότητα 5 |
| ilc_mdes01 | Αδυναμία επαρκούς θέρμανσης | Ενότητα 5 |
| ilc_mdes11a | Αδυναμία συμμετοχής σε δραστηριότητες αναψυχής | Ενότητα 5 |
| ilc_mdes09 | Ικανότητα κάλυψης αναγκών, έξι κατηγορίες | Ενότητα 8 |
| ilc_lvho07a | Στεγαστικό βάρος άνω του 40% | Ενότητα 6 |
| ilc_lvho07c | Στεγαστικό βάρος κατά καθεστώς κατοχής | Ενότητα 6, διάγραμμα 19 |
| hlth_silc_08 | Ανικανοποίητες ανάγκες ιατρικής εξέτασης | Ενότητα 7 |
| hlth_silc_08_r | Ανικανοποίητες ανάγκες κατά περιφέρεια NUTS 2 | Ενότητα 7, χάρτης 3 |
| ilc_di12 | Συντελεστής Gini | Ενότητα 9 |
| ilc_di11 | Λόγος S80/S20 | Ενότητα 9 |
| prc_hicp_aind | Εναρμονισμένος δείκτης τιμών καταναλωτή | Ενότητα 3, αποπληθωρισμός κατωφλιού |
Σημειώσεις ποιότητας
- Οι τιμές για την ΕΕ-27 στα έτη 2010 έως 2018 φέρουν σε αρκετές σειρές τη σήμανση «εκτίμηση», καθώς το συνολικό μέγεθος των 27 κρατών μελών δεν υπήρχε ως οντότητα αναφοράς.
- Η Λιθουανία φέρει σήμανση προσωρινών στοιχείων και το Λουξεμβούργο σήμανση διακοπής σειράς στα διαστρωματικά στοιχεία του 2025 σε όλα τα σύνολα δεδομένων.
- Οι δείκτες «τουλάχιστον κάποια δυσκολία» και «υποκειμενική φτώχεια» δεν δημοσιεύονται ως συγκεντρωτικές κατηγορίες στο ilc_mdes09. Προκύπτουν ως άθροισμα τριών και δύο κατηγοριών αντιστοίχως, και ο υπολογισμός είναι δικός μας.
- Ο δείκτης σταθερού κατωφλιού της Eurostat αγκυρώνεται στο 2019 και όχι στο 2010, οπότε δεν επιτρέπει σύγκριση με την αρχή της περιόδου.
- Το ilc_di12 ξεκινά το 2014 και το ilc_mdsd11 το 2015, επομένως δεν υπάρχουν διαθέσιμες τιμές για τα πρώτα έτη της περιόδου.
Share this post