Η Ελλάδα των αξιών, της εμπιστοσύνης και ο κίνδυνος της πληροφοριακής αποδυνάμωσης της δημοκρατίας
ΕλλάδααξίεςWorld Values SurveyWVS 2025εμπιστοσύνηκοινωνική εμπιστοσύνηπολιτική εμπιστοσύνηδημοκρατίαθεσμοίεκλογέςλογοδοσίαπολιτική οικονομία

Η Ελλάδα των αξιών, της εμπιστοσύνης και ο κίνδυνος της πληροφοριακής αποδυνάμωσης της δημοκρατίας

Prof. Dr. Nikolaos Antonakakis
219 views

Μια ανάλυση των ευρημάτων της World Values Survey 2025 για την Ελλάδα, με έμφαση στην κοινωνική και πολιτική εμπιστοσύνη, την εκλογική ακεραιότητα, την ανάγκη για ασφάλεια και τη δημοκρατική λογοδοσία.

Blog Analysis

Η Ελλάδα των αξιών, της εμπιστοσύνης και ο κίνδυνος της πληροφοριακής αποδυνάμωσης της δημοκρατίας

Μια ανάγνωση της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας μέσα από τα ευρήματα της World Values Survey 2025 και τη σύνδεσή τους με την ποιότητα της δημοκρατίας, τη θεσμική εμπιστοσύνη και το πληροφοριακό περιβάλλον.

Σημείωση τεκμηρίωσης

Το παρόν κείμενο βασίζεται στην επίσημη ελληνική έκθεση προσωρινών αποτελεσμάτων της World Values Survey 2025, στο ειδικό report για την κοινωνική και πολιτική εμπιστοσύνη 2017-2025, καθώς και στη δική μου σχετική μελέτη για την πληροφοριακή αποδυνάμωση της δημοκρατίας.

Δείτε εδώ τα βασικά links:

World Values Survey 2025 για την Ελλάδα

Η μελέτη μου στο SSRN

Γιατί αυτό το θέμα έχει ιδιαίτερη σημασία σήμερα

Η συζήτηση για τις αξίες στην Ελλάδα δεν αφορά μόνο πολιτισμικές προτιμήσεις ή κοινωνικές στάσεις.

Αφορά επίσης τον τρόπο με τον οποίο οι πολίτες αντιλαμβάνονται την ασφάλεια, την ελευθερία, τη δημοκρατία, την ακεραιότητα των εκλογών, την αξιοπιστία των θεσμών και τελικά τη δυνατότητά τους να ελέγχουν την εξουσία με ουσιαστικό τρόπο.

Η πρόσφατη χαρτογράφηση των αξιών των Ελλήνων μέσα από τη World Values Survey 2025 προσφέρει κάτι πολύ περισσότερο από μια αποτύπωση κοινωνικών στάσεων. Προσφέρει έναν καθρέφτη της συλλογικής μας ψυχολογίας, των φόβων μας, των αντιφάσεών μας, αλλά και των ορίων της δημοκρατικής μας ανθεκτικότητας. Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία σήμερα, όχι μόνο για την κοινωνιολογία ή την πολιτική επιστήμη, αλλά και για την πολιτική οικονομία της δημοκρατίας.

Διαβάζοντας τα ευρήματα της έρευνας, δεν μπορεί κανείς να μη σταθεί σε μια κεντρική ένταση: από τη μία πλευρά, μια κοινωνία που εξακολουθεί να ζητά ασφάλεια, τάξη, σταθερότητα και προστασία. Από την άλλη, μια κοινωνία που θέλει περισσότερη συμμετοχή, περισσότερη αξιοπρέπεια, περισσότερη ελευθερία έκφρασης και περισσότερη θεσμική δικαιοσύνη. Δεν έχουμε μπροστά μας μια κοινωνία με μία και μόνη ταυτότητα. Έχουμε μια κοινωνία διχασμένη εσωτερικά, συναισθηματικά και αξιακά. Και ακριβώς εκεί βρίσκεται το πιο ενδιαφέρον, αλλά και το πιο ανησυχητικό, σημείο.

Στη δική μου πρόσφατη έρευνα με τον Alan Collins, εξετάζουμε ακριβώς αυτό το ευρύτερο ζήτημα σε διεθνές επίπεδο: πώς ο έλεγχος του πληροφοριακού περιβάλλοντος μπορεί να διαβρώνει τη δημοκρατία χωρίς να καταργεί αναγκαστικά τους τυπικούς δημοκρατικούς θεσμούς. Το βασικό μας επιχείρημα είναι απλό αλλά κρίσιμο. Η δημοκρατία δεν στηρίζεται μόνο σε εκλογές, κόμματα και τυπικές συνταγματικές εγγυήσεις. Στηρίζεται και σε κάτι πολύ πιο άυλο αλλά απολύτως ουσιώδες: σε πολίτες που έχουν πρόσβαση σε επαρκή, πλουραλιστική και αξιόπιστη πληροφόρηση, ώστε να μπορούν να αξιολογούν την εξουσία, να εντοπίζουν τη θεσμική φθορά και να ασκούν λογοδοσία. Όταν αυτό το πληροφοριακό περιβάλλον υποβαθμίζεται, η δημοκρατία μπορεί να παραμένει όρθια ως μορφή, αλλά να αδειάζει σταδιακά από περιεχόμενο.

Αυτό ακριβώς με κάνει να θεωρώ τη World Values Survey για την Ελλάδα εξαιρετικά σημαντική. Διότι δεν μας δείχνει απλώς τι πιστεύουν οι Έλληνες. Μας δείχνει και πόσο ευάλωτο ή ανθεκτικό είναι το κοινωνικό έδαφος πάνω στο οποίο λειτουργεί η δημοκρατία. Όταν η έρευνα αποτυπώνει μια τόσο ισχυρή παρουσία φόβου, πειθαρχίας, καχυποψίας και ανασφάλειας, δεν περιγράφει απλώς διαθέσεις. Περιγράφει τις συνθήκες μέσα στις οποίες η πληροφοριακή χειραγώγηση μπορεί να γίνει πιο αποτελεσματική. Μια κοινωνία που αισθάνεται ότι απειλείται, που νιώθει ότι ο κόσμος αλλάζει χωρίς αυτήν, που ζητά προστασία πριν ζητήσει ελευθερία, είναι μια κοινωνία πιο δεκτική σε αφηγήματα σταθερότητας, ελέγχου και κανονικότητας. Και αυτό δεν είναι μια αφηρημένη θεωρητική ανησυχία. Είναι κεντρικός μηχανισμός δημοκρατικής διάβρωσης.

Η μελέτη μας δείχνει, με δεδομένα από 163 χώρες για την περίοδο 1945-2025, ότι η ενίσχυση των κρατικών πολιτισμικών και μιντιακών ελέγχων συνδέεται με σημαντική υποχώρηση της εκλογικής δημοκρατίας. Πιο συγκεκριμένα, αύξηση μιας τυπικής απόκλισης στους κρατικούς πολιτισμικούς ελέγχους συνδέεται με μείωση 0,39 τυπικών αποκλίσεων στη δημοκρατική ποιότητα. Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι το εξής: όταν αφαιρούμε από τον δείκτη δημοκρατίας το τμήμα που σχετίζεται άμεσα με την ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης, το πρόσημο αντιστρέφεται. Με άλλα λόγια, οι σύγχρονες μορφές αυταρχικής διολίσθησης δεν χρειάζεται πάντοτε να γκρεμίζουν τους τυπικούς θεσμούς. Συχνά διατηρούν τις εκλογές, τη μορφή του ανταγωνισμού και το δημοκρατικό περίβλημα, αλλά υπονομεύουν το πληροφοριακό περιβάλλον που κάνει αυτούς τους θεσμούς να λειτουργούν πραγματικά.

Αν μεταφέρουμε αυτή τη συλλογιστική στην Ελλάδα του 2025, η σύνδεση με τη World Values Survey γίνεται σχεδόν αυτονόητη. Η έρευνα περιγράφει μια κοινωνία στην οποία η εμπιστοσύνη διατηρείται ισχυρή στις πολύ κοντινές σχέσεις, στην οικογένεια, στους οικείους, στη μικρή κλίμακα της καθημερινότητας. Όμως αποδυναμώνεται αισθητά όταν το βλέμμα στρέφεται προς το συλλογικό, προς τους θεσμούς, προς τα ΜΜΕ, προς τους μηχανισμούς ελέγχου και λογοδοσίας. Αυτό είναι κομβικό. Διότι η δημοκρατία δεν μπορεί να λειτουργήσει μόνο με ιδιωτική εμπιστοσύνη. Χρειάζεται και δημόσια εμπιστοσύνη. Χρειάζεται πολίτες που να πιστεύουν ότι η ενημέρωση έχει νόημα, ότι οι θεσμοί αξίζουν κριτική αλλά και εμπλοκή, ότι η συμμετοχή δεν είναι μάταιη άσκηση. Όταν αυτό το νήμα κόβεται, η κοινωνία μένει μεν πολιτικά ευαίσθητη, αλλά γίνεται πιο εύκολα κοινωνία θεατών παρά κοινωνία πολιτών.

Αυτό ακριβώς είναι το σημείο όπου η ελληνική εικόνα της WVS συναντά πιο άμεσα το επιχείρημα της δικής μου έρευνας. Στο paper μας υποστηρίζουμε ότι η άγνοια του ψηφοφόρου δεν είναι πάντα ένα τυχαίο ή αθώο αποτέλεσμα χαμηλού πολιτικού ενδιαφέροντος. Μπορεί να είναι και προϊόν ενός υποβαθμισμένου πληροφοριακού περιβάλλοντος. Δηλαδή, το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι οι πολίτες συχνά δεν επενδύουν αρκετά στην ενημέρωση. Είναι και ότι οι ελίτ έχουν κίνητρο να κάνουν την πραγματική ενημέρωση πιο ακριβή, πιο σπάνια, πιο θολή, πιο κατακερματισμένη. Στη μελέτη μας, το 36% έως 59% της συνολικής αρνητικής επίδρασης περνά μέσα από ένα κανάλι που αποτυπώνει ακριβώς αυτή τη διάβρωση του πληροφοριακού περιβάλλοντος και της γνωστικής αυτονομίας των πολιτών.

Εδώ έχει σημασία να είμαστε πολύ προσεκτικοί. Δεν λέω ότι η Ελλάδα είναι informational autocracy. Η World Values Survey δεν αποδεικνύει κάτι τέτοιο, ούτε θα ήταν επιστημονικά σωστό να το ισχυριστεί κανείς. Αυτό που δείχνει, όμως, είναι ότι υπάρχουν κοινωνικές και αξιακές συνθήκες που καθιστούν μια δημοκρατία πιο ευάλωτη σε διαδικασίες πληροφοριακής αποδυνάμωσης. Όταν μια κοινωνία προτιμά συχνά την ασφάλεια από την ελευθερία, όταν αισθάνεται ότι οι διεφθαρμένοι δεν τιμωρούνται, όταν αμφιβάλλει για την αμεροληψία της ενημέρωσης, όταν θέλει περισσότερη συμμετοχή αλλά δεν εμπιστεύεται τα κανάλια μέσα από τα οποία αυτή η συμμετοχή θα μπορούσε να γίνει πράξη, τότε δεν έχουμε απλώς δημοκρατική απογοήτευση. Έχουμε τις προϋποθέσεις για μια πιο βαθιά και πιο αθόρυβη φθορά της δημοκρατικής λογοδοσίας.

Ένα από τα πιο σημαντικά ευρήματα της έρευνάς μας είναι ότι το πιο ισχυρό κανάλι αυτής της φθοράς δεν είναι τόσο η εκπαιδευτική κατήχηση όσο ο έλεγχος των μέσων και του ευρύτερου μιντιακού οικοσυστήματος. Η επίδραση της media indoctrination είναι πολύ ισχυρότερη από την education-based indoctrination. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι οι βραχυχρόνιες αποδόσεις της εξουσίας είναι μεγαλύτερες όταν ελέγχεται η καθημερινή ροή πληροφόρησης, οι ειδήσεις, τα φίλτρα ερμηνείας, η ορατότητα των εναλλακτικών φωνών, η ένταση της κριτικής και το εύρος της δημόσιας συζήτησης. Η εκπαίδευση μετρά, αλλά σε μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα. Τα μέσα, αντιθέτως, μπορούν να διαμορφώσουν άμεσα το πλαίσιο μέσα στο οποίο οι πολίτες αντιλαμβάνονται τι είναι σημαντικό, τι είναι απειλή, τι είναι κανονικό και τι είναι υπερβολή.

Αυτή η παρατήρηση είναι εξαιρετικά χρήσιμη για την ελληνική περίπτωση. Διότι η WVS δεν περιγράφει μόνο φόβο και συντήρηση. Περιγράφει και μια παράλληλη άνοδο της ανοχής σε επιμέρους κοινωνικά ζητήματα, μια μετατόπιση ως προς τους ρόλους των φύλων, μια αυξημένη αξία στην αυτονομία και στην ποιότητα ζωής, αλλά χωρίς πλήρη θεσμική εμπιστοσύνη. Άρα η ελληνική κοινωνία δεν είναι απλώς συντηρητική ή απλώς προοδευτική. Είναι αντιφατική, πολυστρωματική και ευάλωτη στη στοχευμένη τμηματοποίηση του δημόσιου λόγου. Αυτό είναι πολύ σημαντικό. Διότι σε τέτοιες κοινωνίες η πληροφοριακή ισχύς δεν λειτουργεί μόνο με λογοκρισία. Λειτουργεί και με κατακερματισμό. Με διαφορετικά αφηγήματα για διαφορετικά ακροατήρια. Με επιλεκτική ηθικοποίηση. Με διαφορετικές γλώσσες φόβου, ταυτότητας και αποδοχής. Με λίγα λόγια, όχι μόνο με σιωπή, αλλά και με θόρυβο.

Η αμυντική εθνική ταυτότητα που αποτυπώνει η WVS είναι επίσης κρίσιμη. Όταν η εθνική ταυτότητα βιώνεται κυρίως ως άμυνα απέναντι σε εξωτερικές αλλαγές, απέναντι στη μετανάστευση, στην παγκοσμιοποίηση, στην αίσθηση απώλειας ελέγχου, τότε ο δημόσιος λόγος γίνεται πιο ευάλωτος σε απλουστευτικές αφηγήσεις. Η πολιτική δεν χρειάζεται πια να πείσει με σύνθετες εξηγήσεις. Μπορεί να πείσει με διαχωριστικές γραμμές, με συμβολικές απειλές, με συναισθηματική συσπείρωση. Και εκεί η ποιότητα της ενημέρωσης είναι απολύτως καθοριστική. Μια πλουραλιστική ενημέρωση μπορεί να λειτουργήσει ως αντίβαρο. Ένα ελεγχόμενο ή στρεβλό περιβάλλον ενημέρωσης μπορεί να οξύνει αυτές τις αμυντικές στάσεις και να τις μετατρέψει σε εργαλείο πολιτικής αναπαραγωγής.

Η WVS καταγράφει επίσης μια κοινωνία που ζητά περισσότερη συμμετοχή, αλλά δεν έχει πειστεί ότι οι υφιστάμενοι θεσμοί προσφέρουν πραγματική επιλογή, αμεροληψία και τιμωρία της διαφθοράς. Αυτό το παράδοξο είναι ίσως το πιο ανησυχητικό εύρημα όλων. Η επιθυμία για συμμετοχή χωρίς εμπιστοσύνη στους διαύλους συμμετοχής δεν παράγει εύκολα ενεργούς πολίτες. Παράγει συχνά κούραση, κυνισμό, αποχή, σποραδική αγανάκτηση και μια πιο παθητική σχέση με την πολιτική. Στη δική μας έρευνα, αυτό συνδέεται και με το δεύτερο στάδιο του θεωρητικού μηχανισμού: όταν το πληροφοριακό περιβάλλον έχει ήδη διαβρωθεί, η κοινωνία των πολιτών αποδυναμώνεται και η μαζική κινητοποίηση γίνεται δυσκολότερη. Δεν χρειάζεται πάντα ανοιχτή καταστολή. Αρκεί συχνά η διάβρωση της δυνατότητας των ανθρώπων να συντονιστούν, να εμπιστευτούν, να ερμηνεύσουν από κοινού την πραγματικότητα.

Τα πορίσματα της μελέτης μας ενισχύουν αυτό το σημείο και από τη σκοπιά της χρονικής δυναμικής. Οι επιδράσεις της media capture δεν είναι στιγμιαίες. Ξεκινούν άμεσα, βαθαίνουν σταδιακά και παραμένουν ορατές για πάνω από μία δεκαετία. Παράλληλα, τα panel Granger causality tests δείχνουν ότι η κατεύθυνση από τους πολιτισμικούς ελέγχους προς τη δημοκρατική φθορά είναι σημαντικά ισχυρότερη από την αντίστροφη. Υπάρχει βέβαια και ανάδραση. Όσο αποδυναμώνεται η λογοδοσία, τόσο διευκολύνεται περαιτέρω ο έλεγχος της πληροφόρησης. Αλλά η βασική ώθηση ξεκινά από την επένδυση στην υποβάθμιση του πληροφοριακού περιβάλλοντος. Αυτό ακριβώς είναι που κάνει το ζήτημα τόσο κρίσιμο για δημοκρατίες που νομίζουν ότι είναι ασφαλείς μόνο επειδή εξακολουθούν να έχουν εκλογές.

Άρα τι μας λέει τελικά η Ελλάδα των αξιών του 2025;

Μας λέει ότι η χώρα δεν βρίσκεται απλώς ανάμεσα στην παράδοση και στη νεωτερικότητα. Βρίσκεται ανάμεσα στην ανασφάλεια και στην αξίωση για αξιοπρέπεια. Ανάμεσα στην ανάγκη προστασίας και στην ανάγκη ελευθερίας. Ανάμεσα στην ιδιωτική εμπιστοσύνη και στη δημόσια δυσπιστία. Ανάμεσα στην κοινωνική ανεκτικότητα και στη θεσμική καχυποψία. Αυτή η εσωτερική διπλότητα δεν είναι απλώς πολιτισμικό χαρακτηριστικό. Είναι και πολιτικό ρίσκο.

Το πραγματικό διακύβευμα για την Ελλάδα δεν είναι μόνο αν οι πολίτες είναι πιο συντηρητικοί ή πιο προοδευτικοί. Είναι αν διαθέτουν ένα δημόσιο περιβάλλον πληροφόρησης αρκετά ανοιχτό, πλουραλιστικό και αξιόπιστο ώστε να μπορούν να μετατρέπουν τις αξίες τους σε δημοκρατική κρίση και όχι σε παθητικό φόβο. Διότι όταν η κοινωνία ζητά συμμετοχή αλλά δεν εμπιστεύεται τους θεσμούς, όταν νιώθει αδικία αλλά δεν πιστεύει ότι υπάρχει λογοδοσία, όταν διατηρεί ελπίδα αλλά σκέφτεται μέσα σε κλίμα καχυποψίας, τότε η δημοκρατία κινδυνεύει όχι απαραίτητα από μια θεαματική ρήξη, αλλά από μια αργή εκκένωση.

Και αυτή η αργή εκκένωση είναι ακριβώς το θέμα που πρέπει να μας απασχολήσει περισσότερο.

Όχι μόνο ως αναλυτές της ελληνικής κοινωνίας, αλλά ως πολίτες.

Γιατί οι δημοκρατίες δεν αδειάζουν πάντοτε με θόρυβο. Πολύ συχνά αδειάζουν σιωπηλά, όταν εξασθενεί το πληροφοριακό περιβάλλον που επιτρέπει στους πολίτες να βλέπουν καθαρά, να κρίνουν ελεύθερα και να ελέγχουν αποτελεσματικά την εξουσία. Και αν η World Values Survey 2025 μας λέει κάτι ουσιαστικό για την Ελλάδα, είναι ότι αυτή η μάχη δεν είναι αφηρημένη, ούτε μακρινή. Είναι ήδη μπροστά μας.


Πηγές

Prof. Dr. Nikolaos Antonakakis

Share this post

Written by

Prof. Dr. Nikolaos Antonakakis