Ο νόμος που μετρά τη φτώχεια με το πιάτο
οικονομίαΕλλάδανόμος Engelφτώχειαανισότηταπληθωρισμόςκόστος ζωήςστέγασηEurostatΕΛΣΤΑΤ

Ο νόμος που μετρά τη φτώχεια με το πιάτο

Prof. Dr. Nikolaos Antonakakis
354 views

Το 1857 ο Ερνστ Ένγκελ απέδειξε ότι όσο φτωχότερη είναι μια οικογένεια, τόσο μεγαλύτερο μέρος του προϋπολογισμού της πάει στο φαγητό. Τα στοιχεία της Eurostat και της ΕΛΣΤΑΤ από το 2007 ως σήμερα επιβεβαιώνουν τον νόμο στην Ελλάδα τρεις φορές, και δείχνουν ότι η ανάγκη που καταπίνει σήμερα τους ελληνικούς προϋπολογισμούς δεν είναι πια το πιάτο αλλά η στέγη.

Ο Ερνστ Ένγκελ διατύπωσε το 1857 τον πιο ανθεκτικό εμπειρικό κανόνα των οικονομικών. Η Ελλάδα των τελευταίων δεκαεπτά ετών τον επιβεβαιώνει τρεις φορές: στον χρόνο, στον χώρο και μέσα στην ίδια της την κοινωνία.

  • 16,3%της δαπάνης στα τρόφιμα το 2012, από 14,6% το 2008
  • 31,9% / 13,2%μερίδιο τροφίμων στο φτωχότερο και στο πλουσιότερο πεμπτημόριο, 2025
  • 81ο δείκτης υλικής ευημερίας το 2024, από 104 το 2008 (ΕΕ27=100)

Ο άνθρωπος και ο νόμος

Πρώτα μια διόρθωση που γίνεται συνεχώς. Ο νόμος δεν ανήκει στον Φρίντριχ Ένγκελς, τον συνεργάτη του Μαρξ, αλλά στον Ερνστ Ένγκελ, Γερμανό στατιστικό που γεννήθηκε στη Δρέσδη το 1821 και πέθανε στο Ράντεμποϊλ το 1896. Διηύθυνε το Πρωσικό Στατιστικό Γραφείο από το 1860 έως το 1882.

Το 1857, πολύ πριν αναλάβει εκείνη τη θέση, δημοσίευσε στο περιοδικό του στατιστικού γραφείου της Σαξονίας μια ανάλυση 153 βελγικών οικογενειακών προϋπολογισμών, και κατέληξε σε μια πρόταση που άντεξε εκατόν εβδομήντα χρόνια: όσο φτωχότερη είναι μια οικογένεια, τόσο μεγαλύτερο μέρος της συνολικής της δαπάνης πρέπει να πάει στη διατροφή.

Η διατύπωση φαίνεται προφανής. Δεν είναι. Ο Ένγκελ δεν είπε ότι οι φτωχοί τρώνε λιγότερο, ούτε ότι ξοδεύουν λιγότερα ευρώ σε φαγητό. Είπε κάτι πιο λεπτό και πιο χρήσιμο: ότι η δαπάνη για τρόφιμα μεγαλώνει καθώς μεγαλώνει το εισόδημα, αλλά μεγαλώνει πιο αργά από το εισόδημα. Στη σύγχρονη γλώσσα, η εισοδηματική ελαστικότητα των τροφίμων είναι μικρότερη της μονάδας, γύρω στο 0,86 στα δεδομένα που είχε ο ίδιος στη διάθεσή του.

Αν διπλασιαστεί το εισόδημά σας, δεν θα φάτε διπλάσιο φαγητό. Θα φάτε καλύτερο φαγητό, και θα ξοδέψετε τα υπόλοιπα σε ταξίδια, εκπαίδευση, ασφάλιση και υπηρεσίες.

Από εκεί προκύπτει το εργαλείο. Το μερίδιο των τροφίμων στη συνολική δαπάνη, ο λεγόμενος συντελεστής Engel, γίνεται θερμόμετρο ευημερίας που δεν χρειάζεται ούτε γραμμή φτώχειας ούτε παραδοχές για το πώς αποπληθωρίζουμε εισοδήματα. Μετράει τι κάνουν οι άνθρωποι, όχι τι δηλώνουν.

Απόδειξη πρώτη: ο χρόνος

Για την Ελλάδα, το μερίδιο των τροφίμων και των μη αλκοολούχων ποτών στην τελική καταναλωτική δαπάνη των νοικοκυριών ήταν 14,9% το 2007 και υποχώρησε στο 14,6% το 2008, στην τελευταία καλή χρονιά. Μέχρι το 2012 είχε ανέβει στο 16,3%. Μια αύξηση 1,7 ποσοστιαίων μονάδων σε τέσσερα χρόνια ακούγεται μικρή. Δεν είναι. Σε μια κατηγορία που κινείται με ρυθμό δεκάτων, είναι σεισμός.

Μερίδιο τροφίμων στην καταναλωτική δαπάνη των νοικοκυριών, Ελλάδα, Πορτογαλία, ΕΕ27, Ισπανία και Γερμανία, 2007 έως 2022
Γράφημα 1. Το ελληνικό μερίδιο τροφίμων ανέβηκε στην κρίση ενώ το γερμανικό κατέβηκε. Πηγή: Eurostat, nama_10_co3_p3.

Η σύγκριση με τους άλλους είναι που κάνει το επιχείρημα. Στην ΕΕ27 το μερίδιο ήταν 13,0% το 2007 και 13,1% το 2012, ουσιαστικά ακίνητο. Στη Γερμανία δεν ανέβηκε, κατέβηκε: από 10,8% το 2007 σε 10,0% το 2012. Στην Ισπανία ανέβηκε ελαφρά, από 12,4% σε 13,0%. Μόνο η Πορτογαλία κινήθηκε όπως η Ελλάδα, από 15,7% σε 17,4%.

Την ίδια περίοδο, στην ίδια νομισματική ένωση, με τους ίδιους κανόνες, οι δύο χώρες του προγράμματος πήγαν προς τα πίσω ενώ η Γερμανία πήγε μπροστά. Ο νόμος του Ένγκελ δεν διαβάζει τίτλους εφημερίδων. Διαβάζει προϋπολογισμούς.

Το 2020 δίνει την πιο ακραία ένδειξη, αλλά με διαφορετική αιτία. Το ελληνικό μερίδιο τροφίμων εκτινάχθηκε στο 19,1%, το υψηλότερο της σειράς. Εδώ δεν έφταιγε κυρίως η φτώχεια αλλά η σύνθεση: με τα εστιατόρια κλειστά και τα ταξίδια απαγορευμένα, ο παρονομαστής της αναλογίας συρρικνώθηκε. Μέχρι το 2023 το μερίδιο είχε επανέλθει στο 15,3%, ακόμη 0,4 μονάδες πάνω από το 2007.

Διαδρομή της Ελλάδας στη δική της καμπύλη Engel, 2007 έως 2022, με τον δείκτη πραγματικής ατομικής κατανάλωσης κατά κεφαλήν στον οριζόντιο άξονα
Γράφημα 2. Κάθε σημείο είναι ένα έτος. Η χώρα κινήθηκε προς τα φτωχότερα και προς τα πάνω, και γύρισε μόνο εν μέρει. Πηγή: Eurostat, nama_10_co3_p3 και prc_ppp_ind.

Η πιο εύγλωττη εικόνα δεν είναι όμως η χρονοσειρά. Είναι η διαδρομή. Με τον δείκτη όγκου της πραγματικής ατομικής κατανάλωσης κατά κεφαλήν στον οριζόντιο άξονα, όπου η ΕΕ27 ισούται με 100, η Ελλάδα γράφει με τα ίδια της τα δεδομένα την καμπύλη Engel της. Το 2008 βρισκόταν στο 104, πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο υλικής ευημερίας. Το 2012 είχε πέσει στο 80. Το 2020 άγγιξε το 75. Το 2024 βρίσκεται στο 81.

Είκοσι τρεις μονάδες κάτω από την κορυφή του 2008, δεκαέξι χρόνια μετά. Η Ελλάδα δεν πέρασε απλώς μια ύφεση. Κατέβηκε τη δική της καμπύλη Engel και ανέβηκε μόνο ένα μέρος της διαδρομής πίσω.

Απόδειξη δεύτερη: ο χώρος

Ο νόμος διατυπώθηκε ως πρόταση για νοικοκυριά, αλλά ισχύει και για χώρες. Σε τριάντα έξι ευρωπαϊκές οικονομίες για το 2022, το αποτέλεσμα είναι από τα καθαρότερα εμπειρικά σχήματα που παράγει η ευρωπαϊκή στατιστική.

Καμπύλη Engel μεταξύ τριάντα έξι ευρωπαϊκών χωρών για το 2022, μερίδιο τροφίμων έναντι πραγματικής ατομικής κατανάλωσης κατά κεφαλήν
Γράφημα 3. Όσο φτωχότερη η χώρα, τόσο μεγαλύτερο το μερίδιο του πιάτου στον προϋπολογισμό. Πηγή: Eurostat, nama_10_co3_p3 και prc_ppp_ind.

Η Βοσνία, στο 40 του δείκτη, δίνει 32,2% της δαπάνης της σε τρόφιμα. Η Αλβανία, στο 39, δίνει 28,6%. Στην άλλη άκρη, το Λουξεμβούργο στο 140 δίνει 9,6%, η Ελβετία στο 117 δίνει 8,8% και η Ιρλανδία 8,6%. Η Γερμανία, στο 121, δίνει 11,5%.

Η Ελλάδα κάθεται στο 78 με 16,2%. Και εδώ χρειάζεται η τίμια ανάγνωση, γιατί η πρώτη σκέψη θα ήταν ότι το ελληνικό μερίδιο είναι ανώμαλα υψηλό. Δεν είναι. Η Εσθονία στο 78 δίνει 19,1%, η Σλοβακία στο 77 δίνει 18,3%, η Πορτογαλία στο 85 δίνει 17,3%, η Τσεχία στο 82 δίνει 15,8%.

Για το εισόδημά της, η Ελλάδα βρίσκεται λίγο κάτω από την καμπύλη, όχι πάνω της. Το πρόβλημα δεν είναι ότι το μερίδιο των τροφίμων είναι υπερβολικό δεδομένου του εισοδήματος. Είναι ότι το εισόδημα έπεσε τόσο ώστε η χώρα να συγκρίνεται πλέον με την Εσθονία και τη Σλοβακία αντί με την Ιταλία και την Ισπανία. Η λύση δεν είναι φθηνότερα τρόφιμα. Είναι υψηλότερο εισόδημα.

Απόδειξη τρίτη: η κατανομή

Η τρίτη απόδειξη είναι η πιο κοντινή στο πρωτότυπο του Ένγκελ, γιατί κοιτάζει νοικοκυριά και όχι χώρες. Προέρχεται από την Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών του 2025 της ΕΛΣΤΑΤ.

Τα ελληνικά νοικοκυριά, ταξινομημένα σε πεμπτημόρια ισοδύναμης μηνιαίας δαπάνης, ξεκινούν από 429,98 ευρώ στο πρώτο πεμπτημόριο και φτάνουν στα 2.486,67 ευρώ στο πέμπτο, λόγος 5,78 προς ένα. Το μερίδιο των τροφίμων στο πρώτο πεμπτημόριο είναι 31,9%. Στο πέμπτο είναι 13,2%.

Μερίδιο δαπάνης για τρόφιμα και στέγαση στο πρώτο και στο πέμπτο πεμπτημόριο δαπάνης, Ελλάδα 2025
Γράφημα 4. Τρόφιμα και στέγη απορροφούν 54,2% του προϋπολογισμού στο κάτω πεμπτημόριο και 25,0% στο πάνω. Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ, Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών 2025.

Σταθείτε σε αυτούς τους δύο αριθμούς. Το φτωχότερο ελληνικό πεμπτημόριο δίνει στο φαγητό μερίδιο που αντιστοιχεί στη Βοσνία και στην Αλβανία. Το πλουσιότερο δίνει μερίδιο που αντιστοιχεί περίπου στη Γαλλία και στην Ισπανία.

Μέσα στα ίδια σύνορα, την ίδια χρονιά, με τις ίδιες τιμές στο ράφι, η ελληνική κοινωνία καλύπτει σχεδόν όλο το ευρωπαϊκό φάσμα υλικής ευημερίας.

Και δεν σταματά στο φαγητό. Το πρώτο πεμπτημόριο δίνει 22,3% της δαπάνης του στη στέγαση, το πέμπτο 11,8%. Δύο κατηγορίες ανάγκης απορροφούν 54,2% του προϋπολογισμού στο κάτω πεμπτημόριο και 25,0% στο πάνω. Ό,τι απομένει είναι η ελευθερία επιλογής, και στο κάτω πεμπτημόριο απομένει η μισή.

Τι κόπηκε, τι άντεξε, τι επέστρεψε

Μερίδια τροφίμων, στέγασης, εστίασης και υγείας στην ελληνική καταναλωτική δαπάνη για τα έτη 2007, 2012, 2019 και 2023
Γράφημα 5. Η στέγαση φούσκωσε, η υγεία κόπηκε, η εστίαση γύρισε πάνω από το προ κρίσης επίπεδο. Πηγή: Eurostat, nama_10_co3_p3.

Η στέγαση με την ενέργεια πήγε από 17,6% το 2007 στο 23,0% το 2012, αύξηση 5,4 μονάδων, τριπλάσια από εκείνη των τροφίμων. Ο λόγος είναι ο ίδιος με τον οποίο λειτουργεί ο Ένγκελ: το ενοίκιο και το ρεύμα δεν προσαρμόζονται όταν πέφτει το εισόδημα, οπότε το μερίδιό τους φουσκώνει μηχανικά. Το 2023 βρίσκεται ακόμη στο 21,6%.

Η υγεία πήγε αντίθετα, και αυτό είναι το πιο δυσάρεστο εύρημα ολόκληρης της σειράς. Από 4,7% το 2007 έπεσε στο 3,4% το 2012, μείωση 28% του μεριδίου. Η υγεία είναι ανάγκη, όχι πολυτέλεια, και όμως κόπηκε. Όταν η συμπίεση είναι αρκετά βίαιη, τα νοικοκυριά κόβουν και από τις ανάγκες που μπορούν να αναβάλουν, και η επίσκεψη στον γιατρό αναβάλλεται ευκολότερα από το γεύμα. Το 2023 το μερίδιο έχει επανέλθει στο 4,1%, ακόμη κάτω από το 2007.

Η εστίαση και τα ξενοδοχεία, η κατ εξοχήν κατηγορία επιλογής, έπεσαν από 13,9% το 2007 σε 12,1% το 2011 και μετά ανέβηκαν στο 17,7% το 2019, πριν καταρρεύσουν στο 9,8% το 2020. Στο 15,7% του 2023 η κατηγορία είναι πάνω από το προ κρίσης επίπεδο, αν και ο τουρισμός αφήνει αποτύπωμα στους εθνικούς λογαριασμούς και η ανάγνωση θέλει προσοχή.

Πού τελειώνει ο Ένγκελ και τι τον διαδέχεται

Εδώ οφείλω να στρέψω τον νόμο εναντίον του εαυτού του. Ο συντελεστής Engel ήταν σπουδαίος δείκτης φτώχειας σε μια εποχή όπου τα τρόφιμα ήταν η μεγάλη δαπάνη και η στέγη σχετικά φθηνή. Στην Ελλάδα του 2026 η ιεραρχία έχει αντιστραφεί.

Ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή του Αυγούστου έτρεχε στο 3,8%, αλλά τα τρόφιμα και τα μη αλκοολούχα ανέβηκαν μόλις 0,9%, ενώ η στέγαση με την ενέργεια ανέβηκε 9,7%. Η πίεση δεν έρχεται πια από το ράφι του σουπερμάρκετ. Έρχεται από τον λογαριασμό του ρεύματος και από το ενοίκιο.

Ο δείκτης που χρειαζόμαστε σήμερα δεν είναι ο συντελεστής Engel αλλά ο συντελεστής στέγης. Και εκεί η Ελλάδα δεν είναι πάνω στην καμπύλη, είναι εκτός: 28,9% του πληθυσμού ζει σε νοικοκυριό που δίνει πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός του στη στέγη, έναντι 8,2% στον μέσο όρο της ΕΕ. Είναι το υψηλότερο ποσοστό της Ένωσης.

Τι σημαίνει για την πολιτική

Αν το μερίδιο των τροφίμων στο κάτω πεμπτημόριο είναι 31,9% και στο πάνω 13,2%, τότε κάθε πολιτική που τιμαριθμοποιείται στον γενικό Δείκτη Τιμών Καταναλωτή είναι, εξ ορισμού, λάθος στοχευμένη. Ο γενικός δείκτης σταθμίζει με τα μερίδια του μέσου νοικοκυριού, και το μέσο νοικοκυριό δεν είναι το νοικοκυριό που χρειάζεται τη στήριξη.

Ο δημοσιονομικός χώρος είναι στενός και πρέπει να λέγεται με ακρίβεια. Στο οκτάμηνο Ιανουαρίου με Αυγούστου 2026 το πρωτογενές πλεόνασμα της Κεντρικής Διοίκησης ξεπέρασε τον στόχο κατά 1.545 εκατομμύρια ευρώ, αλλά το ίδιο το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών διευκρινίζει ότι, αν εξαιρεθούν χρονικές μετατοπίσεις πληρωμών και έκτακτα έσοδα, η υπέρβαση περιορίζεται σε περίπου 219 εκατομμύρια.

Τρεις προτάσεις

  1. Δείκτης τιμών ανά πεμπτημόριοΗ ΕΛΣΤΑΤ διαθέτει ήδη τα μικροδεδομένα της Έρευνας Οικογενειακών Προϋπολογισμών και τα δελτία τιμών του ΔΤΚ. Ο συνδυασμός τους παράγει πέντε δείκτες αντί για έναν, και το κόστος είναι στατιστική εργασία, όχι δημοσιονομική δαπάνη. Η αντίρρηση είναι ότι δεν δίνει ούτε ένα ευρώ σε κανέναν. Σωστό, αλλά αλλάζει τη βάση κάθε τιμαριθμοποίησης.
  2. Τιμαριθμοποίηση των επιδομάτων στο καλάθι του πρώτου πεμπτημορίουΤο επιπλέον κόστος είναι η διαφορά των δύο ρυθμών, τάξης μεγέθους δεκάδων εκατομμυρίων. Η αντίρρηση είναι πραγματική: ο μηχανισμός πρέπει να δουλεύει και προς τα κάτω, αλλιώς γίνεται μονόδρομος αύξησης.
  3. Στόχευση στη στέγη και όχι στα τρόφιμαΜε τα τρόφιμα στο 0,9% και τη στέγαση στο 9,7%, κάθε ευρώ αποδίδει πολλαπλάσια σε επίδομα ενοικίου για το πρώτο πεμπτημόριο. Ενδεικτικά, 100 ευρώ τον μήνα σε 180.000 ενοικιαστικά νοικοκυριά κοστίζουν περίπου 216 εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο. Η αντίρρηση είναι γνωστή: με ανελαστική προσφορά, μέρος της επιδότησης καταλήγει στους ιδιοκτήτες.

Η ουσία

Ο Ερνστ Ένγκελ δεν είχε ούτε εθνικούς λογαριασμούς ούτε υπολογιστή. Είχε 153 βελγικούς οικογενειακούς προϋπολογισμούς και την υπομονή να τους διαβάσει. Εκατόν εβδομήντα χρόνια αργότερα, τα στοιχεία της Eurostat και της ΕΛΣΤΑΤ επιβεβαιώνουν το εύρημά του με τρεις ανεξάρτητους τρόπους ταυτόχρονα.

Το μάθημα δεν είναι ότι ο νόμος ισχύει. Το ξέραμε. Είναι ότι ο συντελεστής Engel μετρά τη φτώχεια χωρίς να ρωτήσει κανέναν πόσα βγάζει, και ότι η ελληνική τιμή του, δεκαεπτά χρόνια μετά το 2008, δεν έχει επιστρέψει στο σημείο απ όπου ξεκίνησε.

Και το πιο επείγον: ο νόμος έχει αλλάξει κατηγορία. Το 2026 η ανάγκη που καταπίνει τους προϋπολογισμούς των φτωχών ελληνικών νοικοκυριών δεν είναι πια το φαγητό. Είναι η στέγη. Όποιος σχεδιάζει πολιτική με τα μάτια στον μέσο όρο και στο πιάτο, θα αστοχήσει και στα δύο.

Τα στοιχεία με μια ματιά

Μέγεθος2007201220192023
Τρόφιμα και μη αλκοολούχα, % δαπάνης14,916,315,515,3
Στέγαση, ύδρευση και ενέργεια, % δαπάνης17,623,020,821,6
Εστίαση και ξενοδοχεία, % δαπάνης13,913,317,715,7
Υγεία, % δαπάνης4,73,43,74,1
Πραγματική ατομική κατανάλωση κατά κεφαλήν, ΕΕ27=100100807780
Μερίδιο τροφίμων, ΕΕ27, %13,013,113,113,6*
Μερίδιο τροφίμων, Γερμανία, %10,810,010,811,5*

Πηγή: Eurostat, nama_10_co3_p3 και prc_ppp_ind, άντληση 25.09.2026. Ο αστερίσκος σημαίνει τιμή του 2022, το πιο πρόσφατο διαθέσιμο έτος για ΕΕ27 και Γερμανία.

Πηγές

Share this post

Written by

Prof. Dr. Nikolaos Antonakakis