Όπλα, εργοστάσια και πολλαπλασιαστές: τι πραγματικά κρίνεται για την Ελλάδα στον ευρωπαϊκό επανεξοπλισμό
αμυντικές δαπάνεςαμυντική βιομηχανίαδημοσιονομική πολιτικήπολλαπλασιαστέςελληνική οικονομίαβιομηχανική πολιτικήSAFEΝΑΤΟευρωπαϊκή άμυνα

Όπλα, εργοστάσια και πολλαπλασιαστές: τι πραγματικά κρίνεται για την Ελλάδα στον ευρωπαϊκό επανεξοπλισμό

Prof. Dr. Nikolaos Antonakakis
328 views

Η Ευρώπη ξαναοπλίζεται με ρυθμούς που δεν έχει ξαναδεί από τη δεκαετία του 1950 και μετατρέπει την άμυνα σε βιομηχανική πολιτική. Για μια οικονομία στηριγμένη στον τουρισμό, τα ακίνητα και τις υπηρεσίες, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πόσα θα δαπανηθούν, αλλά πόσα θα μείνουν εδώ. Τι δείχνουν ΕΚΤ, ΔΝΤ, ΟΟΣΑ και 150 χρόνια δημοσιονομικών δεδομένων.

Η Ευρώπη ξαναοπλίζεται με ρυθμούς που δεν έχει ξαναδεί από τη δεκαετία του 1950. Για μια οικονομία στηριγμένη στον τουρισμό, τα ακίνητα και τις υπηρεσίες, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πόσα θα δαπανηθούν. Είναι πόσα θα μείνουν εδώ.

Υπάρχει μια σιωπηρή παραδοχή στον ελληνικό δημόσιο διάλογο για την άμυνα: ότι τα χρήματα που δαπανώνται για τα όπλα είναι χαμένα για την οικονομία. Ένα αναγκαίο κακό, ένας φόρος στη γεωγραφία. Η παραδοχή αυτή ήταν σε μεγάλο βαθμό σωστή για σαράντα χρόνια, και η αιτία δεν ήταν το ύψος της δαπάνης αλλά η σύνθεσή της. Όταν αγοράζεις φρεγάτες από τη Γαλλία και μαχητικά από τις Ηνωμένες Πολιτείες, η προστιθέμενη αξία δημιουργείται στη Λοριάν και στο Φορτ Γουόρθ. Εδώ μένει το χρέος.

Αυτό που αλλάζει τώρα δεν είναι η γεωπολιτική. Είναι η κλίμακα και η θεσμική αρχιτεκτονική. Μετά τη Σύνοδο της Χάγης τον Ιούνιο του 2025, οι σύμμαχοι δεσμεύτηκαν σε στόχο 3,5% του ΑΕΠ για τις βασικές αμυντικές δαπάνες έως το 2035, με επιπλέον 1,5% για ευρύτερες επενδύσεις ασφαλείας. Οι Marzian και Trebesch υπολογίζουν ότι αυτό θα μπορούσε να διπλασιάσει τις ετήσιες στρατιωτικές δαπάνες του ΝΑΤΟ από περίπου 1,5 σε 3 τρισεκατομμύρια δολάρια. Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Άμυνας τοποθετεί τις αμυντικές δαπάνες στο 2,2% του ΑΕΠ το 2025 με πρόβλεψη 2,4% το 2026, και τις δαπάνες προμήθειας εξοπλισμού στα 115 δισ. ευρώ, από τα οποία μόλις το 24% αφορά κοινές προμήθειες.

Ταυτόχρονα, για πρώτη φορά, δημιουργήθηκαν ευρωπαϊκά εργαλεία που δεν χρηματοδοτούν απλώς αγορές αλλά επιβάλλουν βιομηχανικούς όρους. Ο μηχανισμός SAFE, ύψους 150 δισ. ευρώ, απαιτεί τουλάχιστον το 65% του κόστους των εξαρτημάτων να παράγεται εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης, Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου ή Ουκρανίας. Το EDIP, με αρχικό προϋπολογισμό 1,5 δισ. ευρώ για την περίοδο 2026 με 2027, κινείται στην ίδια λογική. Και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επέτρεψε, από τον Μάρτιο του 2025, προσωρινή αύξηση των στρατιωτικών δαπανών έως 1,5% του ΑΕΠ ετησίως για την τετραετία 2025 με 2028 χωρίς παραβίαση των δημοσιονομικών κανόνων.

Με άλλα λόγια, η Ευρώπη μετατρέπει την άμυνα σε βιομηχανική πολιτική. Το ερώτημα για την Ελλάδα είναι αν θα το αντιληφθεί εγκαίρως ή αν θα το αντιμετωπίσει, για ακόμη μία φορά, ως λογιστική υποχρέωση.

Τι λέει η βιβλιογραφία για τους πολλαπλασιαστές

Ας ξεκινήσουμε από αυτό που ξέρουμε με σχετική ασφάλεια. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα προσομοίωσε μια σταδιακή αύξηση των αμυντικών δαπανών κατά μία ποσοστιαία μονάδα του ΑΕΠ σε τρία χρόνια, χρησιμοποιώντας πέντε διαφορετικά υποδείγματα, από ημιδομικά μέχρι υποδείγματα ετερογενών νοικοκυριών. Ο μέσος πολλαπλασιαστής προϊόντος στη διετία είναι 0,93, με εύρος από 0,42 έως 1,13. Στα τέσσερα χρόνια παραμένει στο 0,93 κατά μέσο όρο. Η επίδραση στον πληθωρισμό είναι μικρή: 0,07 της ποσοστιαίας μονάδας στη διετία και 0,2 στην τετραετία.

Ο ΟΟΣΑ, στη μελέτη των Conigrave και Shin, τοποθετεί τους πολλαπλασιαστές αμυντικής δαπάνης συνήθως μεταξύ 0,6 και 1. Η εμπειρική βιβλιογραφία, όπως τη συνοψίζουν οι Checherita-Westphal και Særkjær, δίνει βραχυχρόνιες τιμές κυρίως κάτω ή κοντά στη μονάδα, με ορισμένες εκτιμήσεις γύρω στο 1,5. Δύο μετα-αναλύσεις διαφωνούν μεταξύ τους: οι Alptekin και Levine βρίσκουν θετικές αλλά μικρές επιδράσεις, ενώ το επικαιροποιημένο δείγμα των Yesilyurt και Yesilyurt δεν βρίσκει σχέση.

Πολλαπλασιαστής προϊόντος αμυντικής δαπάνης: εύρος εκτιμήσεων Αύξηση ΑΕΠ ανά μονάδα αύξησης της δαπάνης 0,0 0,5 1,0 1,5 Υποδείγματα ΕΚΤ, διετία 0,42 έως 1,13 (μέσος 0,93) ΟΟΣΑ, τυπικό εύρος 0,6 έως 1,0 Εμπειρική βιβλιογραφία κυρίως κάτω ή κοντά στη μονάδα Πηγές: ΕΚΤ, Οικονομικό Δελτίο 6/2025. ΟΟΣΑ, Conigrave και Shin (2026).
Διάγραμμα 1. Ο πολλαπλασιαστής είναι σχεδόν παντού κοντά ή κάτω από τη μονάδα. Αυτό σημαίνει ότι ένα ευρώ αμυντικής δαπάνης παράγει τυπικά λιγότερο από ένα ευρώ πρόσθετου προϊόντος. Πηγή: ΕΚΤ, Οικονομικό Δελτίο 6/2025 και ΟΟΣΑ Working Paper 1861.

Ένας πολλαπλασιαστής κοντά στη μονάδα δεν είναι ούτε θρίαμβος ούτε καταστροφή. Σημαίνει ότι η αμυντική δαπάνη δεν είναι μηχανή ανάπτυξης αλλά ούτε και καθαρή απώλεια. Το ενδιαφέρον, όμως, βρίσκεται στη διασπορά γύρω από αυτόν τον μέσο όρο, γιατί εκεί ακριβώς κρίνεται η περίπτωση της Ελλάδας.

Τρεις παράγοντες μετακινούν τον πολλαπλασιαστή, και οι τρεις είναι πολιτικά ελέγξιμοι.

Πρώτον, η εισαγωγική ένταση. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, σε πρόσφατη εργασία των Furceri, Juarros, Mishra, Nguyen, Pessoa και Sollaci που καλύπτει τα 27 κράτη μέλη την περίοδο 1989 με 2023, βρίσκει ότι οι πολλαπλασιαστές είναι μεγαλύτεροι όταν η εισαγωγική ένταση είναι χαμηλή, όταν υπάρχει δημοσιονομικός χώρος και όταν η αποτελεσματικότητα των δημόσιων επενδύσεων είναι υψηλή. Η ΕΚΤ ποσοτικοποιεί το ίδιο σημείο διαφορετικά: το εισαγωγικό περιεχόμενο της δημόσιας κατανάλωσης είναι περίπου 10%, ενώ της δημόσιας επένδυσης περίπου 30%. Ο ΟΟΣΑ το διατυπώνει ωμά. Οι εισαγωγές όπλων εξασθενούν τη συνολική τόνωση της ζήτησης, ιδίως σε οικονομίες χωρίς ουσιαστική εγχώρια αμυντική βιομηχανία.

Δεύτερον, η σύνθεση της δαπάνης. Εδώ η βιβλιογραφία είναι ασυνήθιστα κατηγορηματική. Οι δαπάνες έρευνας και ανάπτυξης στρατιωτικού σκοπού έχουν πολλαπλασιαστές που υπερβαίνουν τη μονάδα, με ενδείξεις προσέλκυσης και όχι εκτόπισης ιδιωτικής έρευνας. Οι Antolin-Diaz και Surico, χρησιμοποιώντας 125 χρόνια αμερικανικών δεδομένων, αποδίδουν τις μεγάλες και επίμονες επιδράσεις της στρατιωτικής δαπάνης ακριβώς στη μετατόπιση της σύνθεσης προς την έρευνα. Αντίθετα, οι δαπάνες μισθοδοσίας και στρατιωτικού προσωπικού έχουν χαμηλότερες και, μακροχρόνια, ενδεχομένως αρνητικές επιδράσεις στην ανάπτυξη. Το ΔΝΤ, με δεδομένα μηνιαίων συμβάσεων προμηθειών από το Opentender, καταλήγει ότι η προμήθεια εξοπλισμού έχει τη μεγαλύτερη σχετική επίδραση στο προϊόν.

Τρίτον, ο χρόνος ανακοίνωσης. Η ΕΚΤ δείχνει κάτι που θα έπρεπε να προβληματίζει κάθε κυβέρνηση που ανακοινώνει δωδεκαετή προγράμματα: όσο μεγαλώνει η απόσταση μεταξύ ανακοίνωσης και υλοποίησης, τόσο μικραίνει ο πολλαπλασιαστής. Όταν τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις είναι προνοητικά, η προσδοκία μελλοντικών φόρων και υψηλότερων επιτοκίων εκτοπίζει την ιδιωτική δαπάνη σήμερα. Το ΔΝΤ προσθέτει μια δεύτερη προειδοποίηση: επειδή η τρέχουσα ευρωπαϊκή αύξηση είναι μεγαλύτερη και πιο συγχρονισμένη από τα ιστορικά επεισόδια του δείγματος, οι πολλαπλασιαστές ενδέχεται να υπολείπονται των ιστορικών εκτιμήσεων, ιδίως αν η νομισματική πολιτική δεν είναι διευκολυντική.

Το δημοσιονομικό τίμημα: τι διδάσκουν 150 χρόνια εξοπλιστικών εκρήξεων

Η πιο σημαντική συνεισφορά του τελευταίου έτους σε αυτή τη συζήτηση δεν αφορά τους πολλαπλασιαστές αλλά τη δημοσιονομική κληρονομιά. Οι Johannes Marzian και Christoph Trebesch συγκρότησαν την Global Budget Database, μια βάση αναλυτικών κρατικών προϋπολογισμών για είκοσι χώρες από το 1870 έως το 2022, με πάνω από 115.000 εγγραφές δαπανών και 30.000 εγγραφές εσόδων, αντλημένες κατά κύριο λόγο από πρωτογενή λογιστικά στοιχεία απολογισμού και όχι από προϋπολογισμούς. Εντόπισαν 114 επεισόδια εκρηκτικής αύξησης στρατιωτικών δαπανών.

Τρία ευρήματα έχουν άμεση σημασία για την Ελλάδα.

Το πρώτο ανατρέπει τη σχολική εικόνα του «βούτυρο ή κανόνια». Μόλις πέντε από τα 114 επεισόδια χρηματοδοτήθηκαν κυρίως με περικοπές άλλων δαπανών. Όταν οι κοινωνίες επανεξοπλίζονται, δεν επιλέγουν κανόνια αντί για βούτυρο. Επιλέγουν και τα δύο, και το πληρώνουν με χρέος και φόρους. Στα επεισόδια ειρηνικής περιόδου, που είναι και τα συγκρίσιμα με τη σημερινή Ευρώπη, η χρηματοδότηση μοιράζεται σχετικά ισορροπημένα μεταξύ δανεισμού και φορολογίας.

Το δεύτερο αφορά τη μονιμότητα. Το χρέος ανεβαίνει και μετά υποχωρεί. Οι φόροι δεν υποχωρούν. Δεκαπέντε χρόνια μετά την έναρξη ενός επεισοδίου, τα πραγματικά φορολογικά έσοδα παραμένουν 20 έως 30 τοις εκατό υψηλότερα και οι ανώτατοι συντελεστές φόρου εισοδήματος 10 έως 20 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότεροι. Οι μη στρατιωτικές δαπάνες παραμένουν επίσης 10 έως 20 τοις εκατό υψηλότερες σε πραγματικούς όρους. Οι συγγραφείς κωδικοποίησαν επιπλέον, επεισόδιο προς επεισόδιο, αν οι φορολογικές αυξήσεις αντιστράφηκαν αργότερα. Από τα 63 επεισόδια με φορολογικές αυξήσεις, μόνο εννέα είδαν πλήρη κατάργηση.

Το τρίτο αφορά το ποιος πληρώνει. Τα πρόσθετα έσοδα προέρχονται κυρίως από φόρους εισοδήματος και κατανάλωσης, συχνά μέσω διεύρυνσης της φορολογικής βάσης προς τα μεσαία και χαμηλότερα εισοδήματα. Οι φόροι πλούτου και οι έκτακτες εισφορές σε εύπορα νοικοκυριά και επιχειρήσεις δεν διαδραματίζουν κυρίαρχο ρόλο κατά μέσο όρο.

Δεκαπέντε χρόνια μετά: τι μένει από μια εξοπλιστική έκρηξη ειρηνικής περιόδου Μεταβολή έναντι του έτους πριν την έναρξη 0 +10 +20 +30 Πραγματικά φορολογικά έσοδα +20% έως +30% Πραγματικές μη στρατιωτικές δαπάνες +10% έως +20% Ανώτατος συντελεστής φόρου εισοδήματος +10 έως +20 μονάδες Πηγή: Marzian και Trebesch (2026), CESifo Working Paper 12469, δείγμα 37 εξωγενών επεισοδίων ειρηνικής περιόδου.
Διάγραμμα 2. Οι εξοπλιστικές εκρήξεις δεν είναι προσωρινές δημοσιονομικές διαταραχές. Αφήνουν πίσω τους μόνιμα μεγαλύτερο κράτος και μόνιμα υψηλότερη φορολογία. Πηγή: Marzian και Trebesch (2026).

Η πολιτική διατύπωση που πρέπει να αντέξει ο δημόσιος διάλογος είναι απλή. Ο επανεξοπλισμός δεν είναι δωρεάν, δεν είναι προσωρινός, και το κόστος του δεν το επωμίζονται κυρίως οι πλούσιοι. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να γίνει. Σημαίνει ότι το όφελος πρέπει να είναι αντίστοιχα μεγάλο και να μείνει εδώ.

Η γεωγραφία του αμυντικού αποτυπώματος

Εδώ έρχεται η πιο ενδιαφέρουσα πρόσφατη συμβολή. Οι Luiz de Mello, Ines Dezcallar και Sean Dougherty του ΟΟΣΑ κατασκεύασαν έναν νέο δείκτη αμυντικής βιομηχανικής παρουσίας συνδυάζοντας στοιχεία εγκαταστάσεων από την πλατφόρμα Military Balance+ με τη δομή θυγατρικών από τη βάση ORBIS. Εντόπισαν 347 μονάδες αμυντικής παραγωγής και 3.888 επιχειρήσεις συνδεδεμένες με αμυντική δραστηριότητα σε δεκαπέντε ευρωπαϊκές χώρες, και τις αντιστοίχισαν σε 1.011 περιφέρειες.

Το βασικό εύρημα είναι ότι οι περιφέρειες που φιλοξενούν αμυντική παραγωγή έχουν υψηλότερο κατά κεφαλήν εισόδημα, ακόμη και μετά τον έλεγχο για πληθυσμό, μεταποιητική απασχόληση, ευρεσιτεχνίες και σταθερές επιδράσεις ευρύτερης περιφέρειας. Οι ίδιοι οι συγγραφείς τονίζουν ότι πρόκειται για συσχετίσεις υπό συνθήκη και όχι για καθαρούς αιτιώδεις πολλαπλασιαστές, καθώς τα δεδομένα δεν επιτρέπουν παρατήρηση της αξίας των προμηθειών σε περιφερειακό επίπεδο.

Το κρίσιμο για εμάς είναι το δεύτερο εύρημα. Το εισοδηματικό πλεόνασμα είναι μεγαλύτερο στις περιφέρειες με υψηλότερη καινοτομική ικανότητα, όπως αυτή μετράται από τη δραστηριότητα ευρεσιτεχνιών. Η αμυντική παραγωγή, με άλλα λόγια, δεν δημιουργεί οικονομική ισχύ από το μηδέν. Ενισχύει τα πλεονεκτήματα τόπων που έχουν ήδη βιομηχανικό βάθος και ερευνητική υποδομή. Χρησιμοποιώντας τοπικές προβολές, οι συγγραφείς δείχνουν επίσης ότι μετά το 2014 οι αμυντικές περιφέρειες κατέγραψαν ισχυρότερη σωρευτική μεγέθυνση, με τη διαφορά να φτάνει περίπου στο 0,6% στον τέταρτο ορίζοντα.

Το συμπέρασμα πολιτικής είναι δυσάρεστο αλλά χρήσιμο. Αν μια χώρα διασκορπίσει τις αμυντικές επενδύσεις γεωγραφικά για λόγους πολιτικής ισορροπίας, θα λάβει τη χαμηλότερη δυνατή απόδοση. Αν τις συγκεντρώσει εκεί όπου υπάρχουν ήδη μηχανικοί, πανεπιστήμια και προμηθευτικά δίκτυα, θα λάβει την υψηλότερη. Η άμυνα είναι χωρικά προσδιορισμένη βιομηχανική πολιτική, είτε το παραδεχόμαστε είτε όχι.

Γιατί η Ελλάδα είναι η ακραία περίπτωση

Η Ελλάδα συνδυάζει δύο χαρακτηριστικά που σπάνια συνυπάρχουν: πολύ υψηλή αμυντική δαπάνη και πολύ χαμηλή εγχώρια ενσωμάτωση.

Στο πρώτο σκέλος, τα στοιχεία είναι γνωστά. Το 2024 η αμυντική δαπάνη ανήλθε σε περίπου 7,1 δισ. ευρώ, ήτοι 3,1% του ΑΕΠ, από τα υψηλότερα ποσοστά στη Συμμαχία. Το 2026 ο προϋπολογισμός υπερβαίνει τα 7 δισ. ευρώ, με το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης να κατευθύνεται στα εξοπλιστικά προγράμματα.

Μια αναγκαία διευκρίνιση για τα νούμερα. Τα ελληνικά δημοσιονομικά έγγραφα προβλέπουν συνολική αμυντική δαπάνη 2,6% του ΑΕΠ για το 2026, ενώ η δημοσιογραφική αποτύπωση με βάση τον ορισμό του ΝΑΤΟ τοποθετεί τη χώρα άνω του 3,5%, δηλαδή περίπου στα 8,69 δισ. ευρώ. Η απόκλιση δεν είναι λάθος κανενός. Ο ορισμός του ΝΑΤΟ περιλαμβάνει στις δαπάνες προσωπικού τις συντάξεις των αποστράτων και στις δαπάνες εξοπλισμού την έρευνα και ανάπτυξη που αφορά μείζονα συστήματα. Όποιος συγκρίνει ποσοστά χωρίς να δηλώνει τον ορισμό, συγκρίνει διαφορετικά πράγματα.

Αυτή η λεπτομέρεια δεν είναι λογιστική. Είναι η καρδιά του οικονομικού επιχειρήματος. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΝΑΤΟ, η Ελλάδα εμφανίζει το υψηλότερο μερίδιο δαπανών προσωπικού μεταξύ όλων των συμμάχων. Και ακριβώς αυτή η κατηγορία δαπάνης είναι εκείνη για την οποία η βιβλιογραφία εντοπίζει τις χαμηλότερες και, μακροχρόνια, ενδεχομένως αρνητικές επιδράσεις στην ανάπτυξη. Η Ελλάδα δηλαδή δαπανά πολύ, αλλά δαπανά δυσανάλογα στην κατηγορία με τη χειρότερη οικονομική απόδοση. Ο προϋπολογισμός του 2026 μισθοδοτεί 88.126 άτομα μέσω του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας και φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, ενώ ο προϋπολογισμός δημοσίων επενδύσεων του ίδιου υπουργείου προβλέπεται σε 108 εκατ. ευρώ.

Στο δεύτερο σκέλος, η εικόνα της ελληνικής οικονομίας εξηγεί γιατί το διακύβευμα είναι τόσο μεγάλο.

Η διαρθρωτική αφετηρία: Ελλάδα έναντι Ευρωπαϊκής Ένωσης Ποσοστό του ΑΕΠ Ελλάδα Ευρωπαϊκή Ένωση 0 5 10 15 20 9,2 15,0 Μεταποίηση (προστιθέμενη αξία) 16,9 21,5 Επενδύσεις (πάγιο κεφάλαιο) 1,53 2,2 Ένταση Ε&Α (συνολική) 0,73 1,52 Επιχειρηματική Ε&Α (ιδιωτικός τομέας) Πηγές: Eurostat, εθνικοί λογαριασμοί 2025 (μεταποίηση, επενδύσεις). Eurostat και ΕΚΤ, 2024 και 2023 (Ε&Α).
Διάγραμμα 3. Η Ελλάδα υπολείπεται της Ένωσης σε κάθε έναν από τους δείκτες που, σύμφωνα με τους de Mello και συνεργάτες, καθορίζουν αν η αμυντική παραγωγή μετατρέπεται σε ευρύτερα οφέλη παραγωγικότητας. Το μερίδιο της μεταποίησης κινείται γύρω στο 9% έναντι πάνω από 15% στην Ένωση. Ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου ήταν 16,9% του ΑΕΠ το 2025, ο χαμηλότερος στην Ένωση μαζί με το Λουξεμβούργο. Η ένταση έρευνας και ανάπτυξης ήταν 1,53% το 2024 έναντι 2,2% στην Ένωση.

Οι υπηρεσίες αντιπροσωπεύουν πάνω από τα τρία τέταρτα της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας στην Ελλάδα, ποσοστό από τα υψηλότερα στην Ένωση. Ο τουρισμός, με βάση τις εκτιμήσεις του ΣΕΤΕ, συνεισέφερε περίπου το 13% του ΑΕΠ το 2023. Πρόκειται για μια οικονομία με υψηλή εποχικότητα, χαμηλή ένταση κεφαλαίου ανά απασχολούμενο και περιορισμένη ικανότητα να ανεβάσει την παραγωγικότητα μέσω τεχνολογικής απορρόφησης. Η επιχειρηματική έρευνα και ανάπτυξη, στο 0,73% του ΑΕΠ έναντι 1,52% στην Ένωση, είναι ίσως ο πιο αποκαλυπτικός δείκτης: το ελληνικό παραγωγικό σύστημα δεν παράγει την τεχνολογική ζήτηση που θα μπορούσε να απορροφήσει ένα αμυντικό οικοσύστημα.

Εδώ βρίσκεται το επιχείρημα υπέρ της εγχώριας αμυντικής παραγωγής, και είναι διαφορετικό από το συνηθισμένο πατριωτικό επιχείρημα. Δεν είναι ότι πρέπει να φτιάχνουμε όπλα επειδή είμαστε Έλληνες. Είναι ότι η άμυνα είναι ο μοναδικός τομέας όπου το ελληνικό δημόσιο ασκεί ήδη μεγάλη, σταθερή και δωδεκαετώς προγραμματισμένη ζήτηση για προϊόντα υψηλής τεχνολογικής έντασης. Καμία άλλη πολιτική δεν διαθέτει αυτό το μέγεθος και αυτόν τον χρονικό ορίζοντα.

Τι έχει ήδη τεθεί σε κίνηση

Πίνακας 1. Τα διαθέσιμα εργαλεία και οι δεσμεύσεις, κατάσταση Σεπτεμβρίου 2026
Εργαλείο ή δέσμευσηΜέγεθοςΧρονισμός και όροι
Δωδεκαετές εξοπλιστικό πρόγραμμα, «Ατζέντα 2030» και «Ασπίδα του Αχιλλέα»άνω των 25 δισ. €2025 έως 2036. Ανακοινώθηκε τον Απρίλιο 2025. Δόση 4,6 δισ. € εγκρίθηκε από κοινοβουλευτική επιτροπή τον Μάρτιο 2026.
Στόχος εγχώριας συμμετοχής στα εξοπλιστικά25%Πολιτική κατεύθυνση, χωρίς ενιαίο δεσμευτικό ορισμό μέτρησης.
SAFE, δανειακός μηχανισμός Ευρωπαϊκής Ένωσης787,7 εκατ. €Έναντι αιτήματος 1,2 δισ. €. Πρώτη εκταμίευση 118,2 εκατ. € στις 23 Ιουλίου 2026. Κανόνας 65% ευρωπαϊκού περιεχομένου, δεκαετής περίοδος χάριτος.
EDIP, ευρωπαϊκό πρόγραμμα αμυντικής βιομηχανίας1,5 δισ. € (ΕΕ)Περίοδος 2026 έως 2027, εκ των οποίων 300 εκατ. € για την Ουκρανία. Επιχορηγήσεις, όχι δάνεια.
Ν. 5246/2025, υπερεκπτώσεις επενδύσεων150 εκατ. €Προσαύξηση 100% και έως 50% της επένδυσης. Καλύπτει και συναφείς κλάδους, όχι μόνο αμιγώς στρατιωτικούς.
Ελληνικό Κέντρο Αμυντικής Καινοτομίας88,4 εκατ. €Προκηρύξεις εντός 2025. Προγραμματισμένη ροή τουλάχιστον 250 εκατ. € σε δύο ή τρία έτη.
Ρήτρα ευελιξίας Συμφώνου Σταθερότηταςέως 1,5% ΑΕΠ ετησίωςΠερίοδος 2025 έως 2028, με έτος αναφοράς το 2024 για την Ελλάδα.
Πηγές: Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Γενική Διεύθυνση Αμυντικής Βιομηχανίας και Διαστήματος. Εκτελεστική Απόφαση Συμβουλίου (ΕΕ) 2026/408. Ελληνικό Υπουργείο Εθνικής Άμυνας. Νόμος 5246/2025. Τράπεζα της Ελλάδος. Δημοσιεύματα οικονομικού Τύπου, Ιανουάριος έως Ιούλιος 2026.

Ο κλάδος της αμυντικής βιομηχανίας στην Ελλάδα βρίσκεται σε κάμψη μεγέθους σε σχέση με τη δεκαετία του 1980, αλλά σε φάση ανάκαμψης. Εδώ οφείλω μια επιφύλαξη. Τα στοιχεία κύκλου εργασιών αναφέρονται ασυνεπώς. Ο Σύνδεσμος Ελλήνων Κατασκευαστών Αμυντικού Υλικού τοποθετεί τον τζίρο του κλάδου στο 1,5 δισ. ευρώ για το 2024 με πάνω από 15.000 εξειδικευμένους εργαζομένους, ενώ πρόσφατη κλαδική αποτύπωση τοποθετεί τον σημερινό κύκλο εργασιών κοντά στα 700 εκατ. ευρώ με το ορόσημο του ενός δισεκατομμυρίου να αποτελεί στόχο. Η διαφορά αντανακλά κυρίως τη διαφορετική οριοθέτηση του κλάδου, δηλαδή το αν περιλαμβάνονται προϊόντα διττής χρήσης και δραστηριότητες υποστήριξης. Προτιμώ να δώσω το εύρος παρά μια ψευδή ακρίβεια. Σε κάθε περίπτωση, και οι δύο αριθμοί είναι μικροί μπροστά στα 25 δισ. ευρώ του δωδεκαετούς προγράμματος.

Η αριθμητική: τι σημαίνει πραγματικά το 25%

Ας κάνουμε την πράξη που συνήθως αποφεύγεται. Τα 25 δισ. ευρώ σε δώδεκα χρόνια αντιστοιχούν σε περίπου 2,1 δισ. ευρώ ετησίως, δηλαδή κάτι λιγότερο από 0,9% του ΑΕΠ. Το ποσό αυτό δεν έχει ενιαία οικονομική απόδοση. Εξαρτάται από το ποσοστό που μετατρέπεται σε εγχώρια προστιθέμενη αξία και από τον πολλαπλασιαστή που εφαρμόζεται σε αυτό το τμήμα.

Πίνακας 2. Ενδεικτική ετήσια επίδραση στο ΑΕΠ, ανά βαθμό εγχώριας ενσωμάτωσης και πολλαπλασιαστή
Εγχώρια προστιθέμενη αξίαΕτήσιο εγχώριο ποσόΠολλ. 0,6Πολλ. 0,9Πολλ. 1,2
10% (σημερινή τάξη μεγέθους)208 εκατ. €125 εκατ. €
0,05% ΑΕΠ
188 εκατ. €
0,08% ΑΕΠ
250 εκατ. €
0,10% ΑΕΠ
25% (δηλωμένος στόχος)521 εκατ. €313 εκατ. €
0,13% ΑΕΠ
469 εκατ. €
0,19% ΑΕΠ
625 εκατ. €
0,25% ΑΕΠ
40% (φιλόδοξο σενάριο)833 εκατ. €500 εκατ. €
0,20% ΑΕΠ
750 εκατ. €
0,30% ΑΕΠ
1.000 εκατ. €
0,40% ΑΕΠ
Δικοί μου υπολογισμοί, ενδεικτικοί και όχι δημοσιευμένη εκτίμηση. Υποθέσεις: 25 δισ. ευρώ σε δώδεκα έτη, ΑΕΠ περίπου 248 δισ. ευρώ, μηδενική εγχώρια προστιθέμενη αξία για το εισαγόμενο τμήμα, στατικός υπολογισμός χωρίς ενσωμάτωση φορολογικής χρηματοδότησης, εκτόπισης ιδιωτικής δραστηριότητας ή δυναμικών επιδράσεων παραγωγικότητας. Τα εύρη πολλαπλασιαστών προέρχονται από ΕΚΤ (2025) και ΟΟΣΑ (2026).

Δύο παρατηρήσεις. Πρώτον, η διαφορά μεταξύ του δυσμενούς και του ευνοϊκού κελιού είναι οκταπλάσια. Το ίδιο ακριβώς ποσό δημόσιας δαπάνης παράγει από 0,05% έως 0,40% του ΑΕΠ ετησίως, ανάλογα με δύο μεταβλητές που η πολιτική μπορεί να επηρεάσει. Δεύτερον, ακόμη και στο καλύτερο σενάριο μιλάμε για 0,4% του ΑΕΠ. Αυτό δεν αλλάζει το αναπτυξιακό υπόδειγμα μιας χώρας. Όποιος υπόσχεται ότι η άμυνα θα αντικαταστήσει τον τουρισμό ως ατμομηχανή, παραπλανά.

Το πραγματικό όφελος, αν υπάρξει, δεν βρίσκεται στον πολλαπλασιαστή. Βρίσκεται σε τρία κανάλια που δεν εμφανίζονται σε αυτόν τον πίνακα: στη διατήρηση μηχανικών και τεχνιτών που σήμερα μεταναστεύουν, στη δημιουργία εξαγωγικής ικανότητας μέσω των ευρωπαϊκών αλυσίδων που ανοίγει ο κανόνας του 65%, και στη διάχυση τεχνολογίας προς πολιτικές χρήσεις. Ακριβώς αυτά τα κανάλια όμως είναι εκείνα που, σύμφωνα με τους de Mello και συνεργάτες, λειτουργούν μόνο όπου προϋπάρχει καινοτομική ικανότητα. Και εκεί, όπως δείχνει το Διάγραμμα 3, η Ελλάδα ξεκινά πίσω.

Οφέλη και κόστη, χωρίς ωραιοποίηση

Πίνακας 3. Τα κανάλια μετάδοσης, το τεκμήριο και η σημασία για την Ελλάδα
ΚανάλιΤι δείχνει η έρευναΣημασία για την Ελλάδα
Βραχυχρόνια ζήτησηΠολλαπλασιαστής 0,42 έως 1,13 στη διετία, μέσος 0,93 (ΕΚΤ).Θετική αλλά μέτρια. Μειώνεται όσο υψηλότερο το εισαγωγικό περιεχόμενο.
Διαρροή εισαγωγώνΠολλαπλασιαστές μεγαλύτεροι όπου η εισαγωγική ένταση είναι χαμηλή (ΔΝΤ). Οι εισαγωγές όπλων εξασθενούν την τόνωση (ΟΟΣΑ).Το κρισιμότερο κανάλι. Ιστορικά η Ελλάδα υπήρξε από τους μεγαλύτερους εισαγωγείς συμβατικών όπλων στην Ευρώπη.
Σύνθεση δαπάνηςΕ&Α στρατιωτικού σκοπού: πολλαπλασιαστής άνω της μονάδας με προσέλκυση ιδιωτικής έρευνας. Προσωπικό: χαμηλές ή αρνητικές μακροχρόνιες επιδράσεις.Δυσμενής αφετηρία. Υψηλότερο μερίδιο δαπανών προσωπικού στη Συμμαχία.
Τεχνολογική διάχυσηΤο εισοδηματικό πλεόνασμα των αμυντικών περιφερειών είναι μεγαλύτερο όπου η καινοτομική ικανότητα είναι υψηλότερη (ΟΟΣΑ).Απαιτεί προηγούμενη επένδυση σε δεξιότητες και έρευνα. Δεν έρχεται αυτόματα με τη σύμβαση.
Χωρική συγκέντρωσηΗ αμυντική παραγωγή ενισχύει υπάρχουσες συσσωρεύσεις αντί να δημιουργεί ισχύ από το μηδέν.Υπέρ της συγκρότησης δύο ή τριών συστάδων, κατά της γεωγραφικής διασποράς για πολιτικούς λόγους.
Εκτόπιση πόρωνΤα οφέλη μειώνονται αν οι αμυντικές επιχειρήσεις απορροφήσουν εργασία και κεφάλαιο από πιο παραγωγικές χρήσεις (ΟΟΣΑ).Υπαρκτός κίνδυνος σε μια αγορά με ήδη περιορισμένη προσφορά μηχανικών.
Δημοσιονομική κληρονομιάΦορολογικά έσοδα 20% έως 30% υψηλότερα και μετά από δεκαπέντε έτη. Πλήρης κατάργηση φόρων σε εννέα από 63 επεισόδια.Το κόστος θα είναι μόνιμο και θα βαρύνει κυρίως εισοδήματα και κατανάλωση.
ΠροαναγγελίαΌσο μεγαλύτερη η απόσταση ανακοίνωσης και υλοποίησης, τόσο χαμηλότερος ο πολλαπλασιαστής (ΕΚΤ).Το δωδεκαετές πρόγραμμα είναι, από τη φύση του, εξαιρετικά προαναγγελμένο.
Μονοψώνιο και προμήθειεςΗ αποτελεσματικότητα των προμηθειών καθορίζει αν η δαπάνη παράγει καινοτομία ή πρόσοδο (ΟΟΣΑ).Ένας μοναδικός αγοραστής, λίγοι προμηθευτές και δωδεκαετής ορατότητα συνιστούν κλασικό περιβάλλον αναζήτησης προσόδου.
Σύνθεση του συγγραφέα από τις πηγές που παρατίθενται στο τέλος.

Πέντε προτάσεις, με κόστος και με αντίρρηση

  1. Μετατόπιση της σύνθεσης προς την έρευνα, όχι απλώς προς τον εξοπλισμό

    Η βιβλιογραφία είναι σαφής ότι η μόνη κατηγορία αμυντικής δαπάνης με πολλαπλασιαστή σταθερά άνω της μονάδας είναι η έρευνα και ανάπτυξη. Προτείνω ρητό στόχο: το 2% των συνολικών αμυντικών δαπανών σε έρευνα έως το 2030, δηλαδή περίπου 170 εκατ. ευρώ ετησίως με βάση δαπάνη 8,5 δισ. ευρώ. Αυτό σημαίνει διπλασιασμό του σημερινού ρυθμού του Ελληνικού Κέντρου Αμυντικής Καινοτομίας. Το κόστος είναι ουδέτερο δημοσιονομικά αν χρηματοδοτηθεί με ανακατανομή εντός του υπάρχοντος προϋπολογισμού. Η αντίρρηση: η ανακατανομή προϋποθέτει συγκράτηση της δαπάνης προσωπικού, που είναι πολιτικά η δυσκολότερη κίνηση στο ελληνικό σύστημα.

  2. Ορισμός της εγχώριας συμμετοχής με όρους προστιθέμενης αξίας, όχι τζίρου

    Ο στόχος του 25% δεν σημαίνει τίποτα χωρίς μετρήσιμο ορισμό. Εγχώρια συμμετοχή πρέπει να σημαίνει προστιθέμενη αξία που παράγεται στην Ελλάδα, όχι τζίρος που διέρχεται από ελληνικό αντιπρόσωπο. Προτείνω κλιμάκωση με συμβατική δέσμευση: 15% για συμβάσεις που υπογράφονται έως το 2028, 25% έως το 2031, 35% έως το 2036, με ρήτρα μείωσης τιμήματος σε περίπτωση αστοχίας και υποχρεωτικό ετήσιο έλεγχο από ανεξάρτητη αρχή. Το δημοσιονομικό κόστος είναι μηδενικό. Το πραγματικό κόστος, όπως προειδοποιεί ο ΟΟΣΑ, είναι υψηλότερη τιμή μονάδας και ενδεχομένως χαμηλότερη παραγωγικότητα, επειδή η εγχώρια παραγωγή θυσιάζει οικονομίες κλίμακας. Αυτό το τίμημα πρέπει να δηλωθεί, όχι να κρυφτεί.

  3. Πρόγραμμα δεξιοτήτων 3.000 θέσεων σε πέντε χρόνια

    Χωρίς μηχανικούς και εξειδικευμένους τεχνίτες, κάθε ρήτρα εγχώριου περιεχομένου θα καταλήξει σε συναρμολόγηση. Προτείνω διπλά προγράμματα σπουδών και πρακτικής μεταξύ πολυτεχνικών σχολών και αμυντικών επιχειρήσεων, με στόχο 3.000 αποφοίτους σε πέντε έτη. Με κόστος 4.000 έως 6.000 ευρώ ανά σπουδαστή ετησίως, η δαπάνη κινείται μεταξύ 60 και 90 εκατ. ευρώ συνολικά, ποσό που καλύπτεται από το EDIP και το Ταμείο Ανάκαμψης. Η αντίρρηση είναι ότι η εκπαίδευση αργεί, ενώ οι συμβάσεις υπογράφονται τώρα. Γι’ αυτό ακριβώς πρέπει να ξεκινήσει πριν από τις συμβάσεις και όχι μετά.

  4. Δύο ή τρεις συστάδες, όχι δεκατρείς περιφέρειες

    Η μελέτη των de Mello, Dezcallar και Dougherty είναι, από αυτή την άποψη, μια προειδοποίηση. Τα οφέλη συγκεντρώνονται εκεί όπου προϋπάρχει βιομηχανικό βάθος. Η φυσική γεωγραφία είναι ήδη δεδομένη: Ελευσίνα και Σκαραμαγκάς για τη ναυπηγική, Τανάγρα και το αεροπορικό οικοσύστημα, Θεσσαλονίκη και Βόλος για τα χερσαία συστήματα και τα ηλεκτρονικά. Η πίεση για διασπορά ανά περιφέρεια είναι κατανοητή πολιτικά και καταστροφική οικονομικά. Το κόστος είναι πολιτικό, όχι δημοσιονομικό.

  5. Δημοσιονομική ειλικρίνεια με δεκαετή ορίζοντα

    Τα ευρήματα των Marzian και Trebesch επιβάλλουν μια θεσμική υποχρέωση: κάθε εξοπλιστικό πρόγραμμα άνω του ενός δισεκατομμυρίου ευρώ να συνοδεύεται από δεκαετή προβολή δαπανών συντήρησης και υποστήριξης, ρητή δήλωση της χρηματοδοτικής πηγής και ρήτρα επανεξέτασης. Η ιστορία δείχνει ότι οι φόροι που επιβάλλονται σε περιόδους επανεξοπλισμού σπανίως καταργούνται. Αν πρόκειται να μείνουν, ας το ξέρουμε από την αρχή. Κόστος: μηδενικό. Πολιτική δυσκολία: υψηλή, γιατί καμία κυβέρνηση δεν επιθυμεί να δημοσιεύει το κόστος συντήρησης δεκαετίας τη στιγμή που ανακοινώνει την αγορά.

Η ουσία

Ο ευρωπαϊκός επανεξοπλισμός δεν αποφασίζεται με οικονομικά κριτήρια, και σωστά. Αποφασίζεται με κριτήρια ασφάλειας, και το πρώτο οικονομικό όφελος της αποτροπής είναι η ίδια η αποτροπή. Ο ΟΟΣΑ το διατυπώνει με ακρίβεια: στόχος είναι η ασφάλεια, όχι το ΑΕΠ. Κανείς δεν πρέπει να δικαιολογεί την αμυντική δαπάνη με αναπτυξιακά επιχειρήματα, γιατί τα επιχειρήματα αυτά είναι, στην καλύτερη περίπτωση, μέτρια.

Αυτό όμως που αποφασίζεται καθαρά με οικονομικά κριτήρια είναι το πού προσγειώνονται τα χρήματα. Και εκεί η Ελλάδα έχει μπροστά της μια ευκαιρία που δεν θα επαναληφθεί: δωδεκαετή, εγγυημένη, υψηλής τεχνολογικής έντασης δημόσια ζήτηση, σε μια οικονομία που δεν έχει καταφέρει εδώ και μια γενιά να αναπτύξει μεταποιητική βάση. Δεν πρόκειται για υποκατάστατο του τουρισμού. Πρόκειται για τη μοναδική διαθέσιμη μοχλό για να αποκτήσει η χώρα ένα δεύτερο σκέλος στο παραγωγικό της υπόδειγμα.

Η διαφορά μεταξύ του να γίνει αυτό και του να μη γίνει δεν βρίσκεται στο ύψος του προϋπολογισμού. Βρίσκεται σε τρεις αποφάσεις που έχουν ήδη αναβληθεί πολλές φορές: πώς ορίζουμε την εγχώρια συμμετοχή, πόσο από τη δαπάνη πηγαίνει σε έρευνα αντί σε μισθοδοσία, και αν έχουμε τους μηχανικούς για να παραλάβουμε τη δουλειά. Τα 25 δισεκατομμύρια θα δαπανηθούν έτσι κι αλλιώς. Το μόνο που παραμένει ανοιχτό είναι σε ποια χώρα.


Πηγές

  1. Bokan, N., Jacquinot, P., Lalik, M., Müller, G., Priftis, R. και Rigato, R. (2025), «Macroeconomic impacts of higher defence spending: a model-based assessment», Economic Bulletin, Τεύχος 6, Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Περιλαμβάνει το Πλαίσιο 1 των Checherita-Westphal και Særkjær για τη βιβλιογραφία των πολλαπλασιαστών.
  2. Marzian, J. και Trebesch, C. (2026), «Guns and Butter: The Fiscal Consequences of Rearmament and War», CESifo Working Paper αρ. 12469, Φεβρουάριος 2026.
  3. de Mello, L., Dezcallar, I. και Dougherty, S. (2026), «The footprint of defence production: Economic implications», OECD Working Papers on Fiscal Federalism αρ. 54, OECD Publishing. Παρουσίαση στο VoxEU, 5 Ιουλίου 2026.
  4. Conigrave, B. και Shin, Y. (2026), Fiscal and macroeconomic impacts of defence spending, OECD Economics Department Working Papers αρ. 1861, OECD Publishing, Παρίσι. DOI: 10.1787/b4860378-en.
  5. Furceri, D., Juarros, P., Mishra, S., Nguyen, A. D. M., Pessoa, A. S. και Sollaci, A. (2026), «Macroeconomic Impacts of EU Defense Spending», IMF Working Paper 2026/053. DOI: 10.5089/9798229042499.001.
  6. Ilzetzki, E. (2025), «Guns and Growth: The Economic Consequences of Defense Buildups», Annual Review of Economics, Τόμος 17.
  7. Antolin-Diaz, J. και Surico, P. (2025), «The Long-Run Effects of Government Spending», American Economic Review, 115(7), σ. 2376 έως 2413.
  8. Gechert, S. και Rannenberg, A. (2018), «Which fiscal multipliers are regime-dependent? A meta-regression analysis», Journal of Economic Surveys, 32(4), σ. 1160 έως 1182.
  9. Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Γενική Διεύθυνση Αμυντικής Βιομηχανίας και Διαστήματος, ανακοίνωση για την πρώτη εκταμίευση SAFE προς την Ελλάδα, 24 Ιουλίου 2026. Εκτελεστική Απόφαση Συμβουλίου (ΕΕ) 2026/408.
  10. Ευρωπαϊκός Οργανισμός Άμυνας, ετήσια έκθεση αμυντικών δαπανών, 2026.
  11. Οργανισμός Βορειοατλαντικού Συμφώνου, Defence Expenditure of NATO Countries (2014 έως 2025), 28 Αυγούστου 2025, μαζί με τις μεθοδολογικές σημειώσεις για τον ορισμό των δαπανών προσωπικού και εξοπλισμού.
  12. Eurostat, εθνικοί λογαριασμοί και στατιστικές έρευνας και ανάπτυξης, 2024 έως 2026.
  13. Τράπεζα της Ελλάδος, Note on the Greek Economy, 24 Οκτωβρίου 2025.
  14. Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών, δελτίο για την καινοτομία και τη μεταποίηση στην Ελλάδα.
  15. Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης, δαπάνες έρευνας και ανάπτυξης 2024.
  16. Νόμος 5246/2025, ΦΕΚ 11 Νοεμβρίου 2025.
  17. Σύνδεσμος Ελλήνων Κατασκευαστών Αμυντικού Υλικού, στοιχεία κλάδου, και κλαδικά δημοσιεύματα οικονομικού Τύπου, Ιανουάριος έως Σεπτέμβριος 2026.

Οι απόψεις που διατυπώνονται είναι προσωπικές. Οι υπολογισμοί του Πίνακα 2 είναι ενδεικτικοί και δεν αποτελούν δημοσιευμένη εκτίμηση.

Share this post

Written by

Prof. Dr. Nikolaos Antonakakis