Το κράτος που αγοράζει το αύριο
Οι δημόσιες προμήθειες μπορούν να αλλάξουν τον τρόπο που παράγει η οικονομία. Μια νέα έρευνα φωτίζει τις ευκαιρίες για την Ελλάδα, από τα πράσινα κριτήρια έως τις έγκαιρες πληρωμές.
Ένα σχολείο αγοράζει θέρμανση για τους μαθητές του. Ένας δήμος ανανεώνει τον στόλο των οχημάτων του. Ένα νοσοκομείο προμηθεύεται εξοπλισμό που θα χρησιμοποιεί για χρόνια. Σε κάθε τέτοια απόφαση, το Δημόσιο καθορίζει πού θα κατευθυνθούν χρήματα και ποιες επιχειρηματικές επιλογές θα ανταμειφθούν. Η τιμή της αγοράς είναι ορατή την ημέρα της υπογραφής. Το κόστος της ενέργειας, της συντήρησης, των αποβλήτων και της πρόωρης αντικατάστασης εμφανίζεται αργότερα, στους λογαριασμούς της κοινωνίας.
Αυτή η λιγότερο συζητημένη πλευρά των δημόσιων προμηθειών βρίσκεται στο επίκεντρο μιας νέας μελέτης της Wendi Huang, από το Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ, στο Journal of Banking and Finance. Συνδυάζοντας στοιχεία δημόσιων συμβάσεων της περιόδου 2011-2019 με περιβαλλοντικά δεδομένα αμερικανικών εγκαταστάσεων, η ερευνήτρια εξετάζει πώς αντιδρούν οι επιχειρήσεις όταν οι δημόσιοι πελάτες τους ενισχύουν τα περιβαλλοντικά κριτήρια των αγορών τους. Η βασική ανάλυση καλύπτει 1.831 επιχειρήσεις και 10.524 εγκαταστάσεις. Η ισχυρότερη προτίμηση για πράσινες προμήθειες συνδέεται με περισσότερες παρεμβάσεις πρόληψης της ρύπανσης στην πηγή.1
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η ευρωπαϊκή διάσταση. Μετά τη μεταρρύθμιση των δημόσιων συμβάσεων του 2014, οι αμερικανικές επιχειρήσεις που είχαν ήδη ευρωπαϊκούς δημόσιους πελάτες εμφάνισαν μεγαλύτερη αύξηση αυτών των παρεμβάσεων από την ομάδα σύγκρισης. Οι ευρωπαϊκές αγοραστικές επιλογές φαίνεται, επομένως, να συνδέονται με αλλαγές ακόμη και εκτός Ευρώπης. Η ίδια η μελέτη επισημαίνει ότι πρόκειται για ισχυρή συσχέτιση, με ενισχυτικές ενδείξεις από τη μεταρρύθμιση, και όχι για οριστική απόδειξη αιτιότητας. Επίσης, μετρά κυρίως δραστηριότητες πρόληψης της ρύπανσης, χωρίς να τις ταυτίζει με μια αντίστοιχη ποσοστιαία μείωση εκπομπών.1
Ο οικονομικός μηχανισμός που προτείνουν τα ευρήματα είναι απλός. Μια επιχείρηση επενδύει ευκολότερα σε καθαρότερη τεχνολογία όταν βλέπει αξιόπιστη προοπτική πωλήσεων και εσόδων. Η απόκριση είναι εντονότερη στις επιχειρήσεις με μεγαλύτερη εξάρτηση από εξωτερική χρηματοδότηση και σε περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας για την κλιματική πολιτική. Η προσδοκία μιας σύμβασης μπορεί να βοηθήσει να δικαιολογηθεί μια δαπάνη που σήμερα μοιάζει δύσκολη. Το κρίσιμο πολιτικό συμπέρασμα για την Ελλάδα είναι ότι το κράτος μπορεί να επηρεάσει την παραγωγή μέσα από τη ζήτηση που δημιουργεί.1
Στην ελληνική περίπτωση, όμως, αυτή η δυνατότητα συναντά συγκεκριμένες αδυναμίες. Στον ευρωπαϊκό πίνακα επιδόσεων για τις δημόσιες συμβάσεις του 2024, ο δείκτης αναθέσεων με έναν μόνο προσφέροντα φτάνει το 55%, ενώ το 80% των διαδικασιών του σχετικού δείκτη κρίθηκε αποκλειστικά με βάση τη χαμηλότερη τιμή. Τα στοιχεία αφορούν τις δημοσιεύσεις στη βάση TED και χρειάζονται προσοχή ως προς την κάλυψή τους. Δίνουν, πάντως, σοβαρό λόγο να εξετάσουμε πόσο ανταγωνιστικά αγοράζει το Δημόσιο και πόσο βάρος δίνει στην ποιότητα.2, 3
| Δείκτης | Ελλάδα | Διάμεσος χωρών ΕΕ |
|---|---|---|
| Αναθέσεις με έναν προσφέροντα | 55% | 28% |
| Ανάθεση μόνο με κριτήριο την τιμή | 80% | 54% |
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Single Market and Competitiveness Scoreboard. Η ευρωπαϊκή τιμή αντιστοιχεί στην τυπική, μεσαία χώρα. Ο πρώτος δείκτης εξαιρεί απευθείας αναθέσεις και συμφωνίες-πλαίσιο. Η μετάβαση στα νέα έντυπα δημοσιεύσεων επηρεάζει τη συγκρισιμότητα ορισμένων στοιχείων. Πηγές 2, 3.
Ο μοναδικός προσφέρων δεν αποδεικνύει από μόνος του παρατυπία. Και η ανάθεση στη χαμηλότερη τιμή μπορεί να συνυπάρχει με αυστηρές περιβαλλοντικές προδιαγραφές. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι τι ακριβώς αγοράζουμε με αυτή την τιμή. Ένα φθηνότερο όχημα που καταναλώνει περισσότερο καύσιμο ή ένας εξοπλισμός που επισκευάζεται δύσκολα μπορεί να επιβαρύνει τελικά περισσότερο τον προϋπολογισμό. Η αξιολόγηση χρειάζεται να καλύπτει ολόκληρη τη διάρκεια χρήσης, με κοινές παραδοχές και ελέγξιμους υπολογισμούς, ώστε η εξοικονόμηση να αποδεικνύεται.
Η Ελλάδα διαθέτει ήδη θεσμική αφετηρία. Το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για τις Πράσινες Δημόσιες Συμβάσεις εγκρίθηκε το 2021, ενώ ακολούθησε τροποποίηση για το 2024. Στους στόχους του περιλαμβάνεται η ευρύτερη χρήση της κοστολόγησης του κύκλου ζωής. Η πρόκληση είναι να αποκτήσει αυτή η προσέγγιση καθημερινό επιχειρησιακό περιεχόμενο: τεχνικές προδιαγραφές που καταλαβαίνουν οι προμηθευτές, εκπαιδευμένα στελέχη που μπορούν να τις εφαρμόσουν και επαρκής έλεγχος κατά την παραλαβή.4
Υπάρχει και μια προϋπόθεση που συνδέεται άμεσα με το χρηματοδοτικό μήνυμα της έρευνας: η συνέπεια στις πληρωμές. Στις 19 Ιουνίου 2025, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην υπόθεση C-317/24, διαπίστωσε παράβαση της Ελλάδας επειδή δεν είχε διασφαλίσει την εμπρόθεσμη πληρωμή προμηθευτών ιατρικού εξοπλισμού και υλικών από τα δημόσια νοσοκομεία που εξετάστηκαν. Για μια επιχείρηση, η καθυστέρηση δεσμεύει κεφάλαιο κίνησης και δυσκολεύει τον επενδυτικό σχεδιασμό. Η αξιοπιστία του δημόσιου πελάτη είναι μέρος της περιβαλλοντικής πολιτικής του.5
Γι’ αυτό χρειάζεται προγραμματισμός αγορών με ορίζοντα αρκετών ετών, σαφή χρονοδιαγράμματα και έγκαιρη ενημέρωση της αγοράς. Όταν ένας κατασκευαστής γνωρίζει ότι οι επόμενοι διαγωνισμοί θα ζητούν τεκμηριωμένη ενεργειακή απόδοση, επισκευασιμότητα και περιορισμό αποβλήτων, έχει λόγο να προετοιμαστεί. Η προαναγγελία των απαιτήσεων επιτρέπει περισσότερες ανταγωνιστικές προσφορές, χωρίς να προεξοφλεί τον ανάδοχο. Και η περιβαλλοντική επίδοση πρέπει να περιγράφεται με μετρήσιμα χαρακτηριστικά που συνδέονται με το αντικείμενο της σύμβασης, ώστε να περιορίζεται το περιθώριο αυθαίρετης αξιολόγησης.
Η πρόσβαση των μικρότερων επιχειρήσεων χρειάζεται εξίσου προσεκτικό σχεδιασμό. Ένας υπερβολικός φάκελος πιστοποιήσεων ή απαιτήσεις δυσανάλογες προς το μέγεθος της προμήθειας μπορούν να ακυρώσουν στην πράξη μια καλή περιβαλλοντική πρόθεση. Κατάλληλη διαίρεση σε τμήματα, αποδοχή ισοδύναμων αποδεικτικών μέσων, επαρκής χρόνος προετοιμασίας και τεχνική υποστήριξη μπορούν να διευρύνουν τη συμμετοχή. Η πράσινη αναβάθμιση θα αποκτήσει αναπτυξιακό βάθος όταν δώσει σε περισσότερες επιχειρήσεις πραγματική δυνατότητα να ανταγωνιστούν για μια παραγγελία.
Παράλληλα, η αξιολόγηση πρέπει να συνεχίζεται μετά την υπογραφή. Η καταγραφή ότι μια σύμβαση περιέχει πράσινο κριτήριο είναι μόνο η αρχή. Χρειάζονται στοιχεία για την κατανάλωση ενέργειας, τις επισκευές, τα απόβλητα, το τελικό κόστος και την τήρηση των δεσμεύσεων, ανάλογα με το αντικείμενο. Θα πρότεινα αρχικά πιλοτικές εφαρμογές σε κατηγορίες με συχνές αγορές και μετρήσιμα αποτελέσματα, όπως ο φωτισμός και ο εξοπλισμός δημόσιων κτιρίων. Η δημοσιοποίηση των επιδόσεων θα επέτρεπε να επεκτείνονται όσα λειτουργούν και να διορθώνονται όσα αποτυγχάνουν.
Αυτό προϋποθέτει δημοσιονομική πειθαρχία. Η πράσινη προμήθεια μπορεί να έχει υψηλότερη αρχική τιμή, πρόσθετο διοικητικό κόστος ή ανεπιθύμητες επιπτώσεις στον ανταγωνισμό. Κάθε επιπλέον ευρώ οφείλει να δικαιολογείται από τεκμηριωμένο όφελος, με διαφανή στάθμιση κόστους και περιβαλλοντικής επίδοσης. Η ίδια η μελέτη αναγνωρίζει αυτά τα ενδεχόμενα κόστη. Για την Ελλάδα, η συνετή εφαρμογή σημαίνει να δοκιμάζει, να μετρά και να μαθαίνει, αντί να θεωρεί ότι ένας πράσινος χαρακτηρισμός αρκεί ως εγγύηση καλής αγοράς.1
Κάθε δημόσια παραγγελία στέλνει ένα μήνυμα στην αγορά για το είδος της παραγωγής που αξίζει να αναπτυχθεί. Η Ελλάδα μπορεί να κάνει αυτό το μήνυμα σαφέστερο: ποιότητα, αντοχή, μικρότερη περιβαλλοντική επιβάρυνση και δίκαιοι όροι ανταγωνισμού. Για να αγοράσει το αύριο, το κράτος χρειάζεται να γίνει αξιόπιστος πελάτης σήμερα.
Share this post