Δύο δισ. στη Θεσσαλονίκη, 12,84 δισ. στο χρέος και ο αριθμός που μένει: 68
Η Ελλάδα μειώνει ταχύτερα το χρέος, ενώ στη ΔΕΘ συζητείται μόνιμο πακέτο 2 δισ. ευρώ. Ποια είναι τα οφέλη, τα κόστη ευκαιρίας και τι χρειάζεται για να μετακινηθεί το ελληνικό 68%;
Σε οκτώ ημέρες, στις 5 Σεπτεμβρίου, ανοίγει η 90ή Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης και ο πρωθυπουργός ανακοινώνει το πακέτο του Σαββατοκύριακου 5 και 6 Σεπτεμβρίου. Το πακέτο έχει πλέον κλειδώσει στην περιοχή των 2 δισ. ευρώ, με στοχευμένη μείωση ΦΠΑ σε συγκεκριμένα είδη, διορθώσεις στα τεκμήρια και το τεκμαρτό εισόδημα, μείωση της προκαταβολής φόρου, χρονοδιάγραμμα για τον κατώτατο μισθό και ενίσχυση συντάξεων. Τα μέτρα ενεργοποιούνται σε δύο χρονικές ζώνες, από την 1η Ιανουαρίου 2027 για τη φορολογία και τα εισοδήματα και από τον Απρίλιο του 2027 για τον κατώτατο μισθό, δηλαδή ουσιαστικά πάνω στις εκλογές της άνοιξης. Στο παρασκήνιο υπάρχει όμως και ένα δεύτερο, πολύ μεγαλύτερο ποσό: το πρόγραμμα πρόωρων αποπληρωμών και μείωσης βραχυχρόνιου χρέους του 2026, που αναμένεται να φτάσει τα 12,84 δισ. ευρώ. Τα δύο ποσά δεν είναι λογιστικά υποκατάστατα. Η εξόφληση χρέους είναι χρηματοοικονομική συναλλαγή, ενώ οι παροχές και οι φορολογικές μειώσεις επηρεάζουν το δημοσιονομικό αποτέλεσμα και το ευρωπαϊκό όριο δαπανών. Πολιτικά και οικονομικά, όμως, ανήκουν στην ίδια συζήτηση: πώς η χώρα χρησιμοποιεί την αξιοπιστία, τη ρευστότητα και τον χώρο που απέκτησε. Η σύνθεση, όχι μόνο το ύψος, είναι το πρόβλημα.
Τι πραγματικά συμβαίνει
Η αφετηρία είναι πραγματική επιτυχία και αξίζει να λεχθεί καθαρά. Το 2025 το πρωτογενές πλεόνασμα της γενικής κυβέρνησης έφτασε το 4,9% του ΑΕΠ, δηλαδή 12,13 δισ. ευρώ, με το συνολικό ισοζύγιο πλεονασματικό κατά 1,7%. Το χρέος υποχώρησε στο 146,1% του ΑΕΠ από 154,2% το 2024 και στο πρώτο τρίμηνο του 2026 βρέθηκε στο 143,5%, με ετήσια μείωση 9,4 μονάδων, τη μεγαλύτερη στην ΕΕ. Παράλληλα, η χώρα επιταχύνει την απομείωση του ονομαστικού χρέους με πρόωρες εξοφλήσεις. Αυτό δημιουργεί αξιοπιστία και περιορίζει τον κίνδυνο. Το ζήτημα είναι τι αγοράζει κανείς με αυτή την αξιοπιστία και πόσος χώρος υπάρχει πραγματικά.
Ένα πρωτογενές πλεόνασμα δεν είναι εισόδημα, είναι επιλογή. Μπορεί να στηρίξει μόνιμη μείωση φόρων, μεταβίβαση, επένδυση, δημιουργία ταμειακού αποθέματος ή ταχύτερη αποπληρωμή χρέους, και κάθε χρήση έχει διαφορετικό πολλαπλασιαστή και διαφορετικό ορίζοντα. Εδώ χρειάζεται μία κρίσιμη λογιστική διόρθωση: τα 12,84 δισ. ευρώ των αποπληρωμών δεν μπορούν να μετατραπούν ένα προς ένα σε παροχές χωρίς δημοσιονομική επίπτωση, επειδή η εξόφληση χρέους δεν μετρά ως πρωτογενής δαπάνη. Αυτό όμως δεν εξαφανίζει το κόστος ευκαιρίας. Η ταχύτητα αποπληρωμής καθορίζει πόση ρευστότητα διατηρεί το Δημόσιο, πόσους τόκους εξοικονομεί και πόση ευελιξία αφήνει για τις επόμενες χρήσεις. Το πακέτο της ΔΕΘ κλίνει αποφασιστικά προς τη στήριξη της ζήτησης, σε μια οικονομία της οποίας ο δεσμευτικός περιορισμός βρίσκεται όλο και περισσότερο στην πλευρά της προσφοράς.
Τα στοιχεία
Ξεκινώ από τα δημοσιονομικά, γιατί εκεί έχει αλλάξει η εικόνα τις τελευταίες ημέρες. Στο επτάμηνο Ιανουαρίου έως Ιουλίου 2026 ο κρατικός προϋπολογισμός εμφάνισε πρωτογενές πλεόνασμα 5,77 δισ. ευρώ έναντι στόχου 4,42 δισ., δηλαδή υπέρβαση 1,35 δισ. ευρώ. Η υπέρβαση όμως αυτή σε δημοσιονομικούς όρους γενικής κυβέρνησης, αφού αφαιρεθούν έκτακτα και ετεροχρονισμένα ποσά, περιορίζεται στα 302 εκατ. ευρώ. Και το ίδιο επτάμηνο του 2025 το πλεόνασμα ήταν 7,94 δισ. ευρώ, σχεδόν 2,2 δισ. υψηλότερο από φέτος (Διάγραμμα 1). Η υπέρβαση στόχου είναι πραγματική, το επίπεδο υποχωρεί. Ένα μόνιμο πακέτο 2 δισ. ευρώ δεν χρηματοδοτείται από 302 εκατ. ευρώ υπεραπόδοσης· χρηματοδοτείται από την προσδοκία ότι η ανάπτυξη και η φορολογική συμμόρφωση θα συνεχίσουν να αποδίδουν.
Η πρόωρη αποπληρωμή: σωστή διαχείριση, όχι δωρεάν γεύμα
Στις 19 Αυγούστου το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών αποτύπωσε το μέγεθος της στρατηγικής για το 2026. Οι πρόωρες αποπληρωμές και η μείωση βραχυχρόνιου χρέους αναμένεται να φτάσουν περίπου τα 12,84 δισ. ευρώ: 6,94 δισ. ευρώ από δάνεια του πρώτου προγράμματος στήριξης, τα οποία εξοφλήθηκαν τον Ιούνιο, 1,2 δισ. ευρώ από μείωση του υπολοίπου των εντόκων γραμματίων, 2,5 δισ. ευρώ από σχεδιαζόμενη πρόωρη εξόφληση δανείων του EFSF και περίπου 2,2 δισ. ευρώ από ομόλογο που λήγει τον Δεκέμβριο του 2027. Δεν είναι όλα αυτά ήδη ολοκληρωμένα. Είναι, όμως, η σαφής κατεύθυνση της διαχείρισης χρέους.
Με στενά χρηματοοικονομικά κριτήρια, η επιλογή έχει ισχυρή λογική. Η μέση σταθμική διάρκεια των υποχρεώσεων που προεξοφλούνται είναι περίπου 7,1 έτη και το μέσο κόστος εξυπηρέτησής τους περίπου 2,9%. Το Υπουργείο εκτιμά ετήσια εξοικονόμηση τόκων κοντά στα 370 εκατ. ευρώ και συνολικό όφελος τουλάχιστον 2,6 δισ. ευρώ σε ορίζοντα επταετίας. Ιδίως τα δάνεια GLF έχουν κυμαινόμενο επιτόκιο συνδεδεμένο με το Euribor συν 50 μονάδες βάσης. Η πρόωρη εξόφλησή τους μειώνει έκθεση σε μεταβολές επιτοκίων ακριβώς τη στιγμή που το ευρωπαϊκό κόστος χρήματος έχει αυξηθεί.
Υπάρχει και δεύτερο όφελος, λιγότερο ορατό αλλά οικονομικά σημαντικό. Η μείωση μελλοντικών λήξεων περιορίζει τον κίνδυνο αναχρηματοδότησης, ενισχύει την πιστοληπτική εικόνα και μπορεί να συμπιέσει το ασφάλιστρο κινδύνου του Δημοσίου. Αν αυτό περάσει στις αποδόσεις των εταιρικών ομολόγων και στο κόστος τραπεζικής χρηματοδότησης, μέρος του οφέλους επιστρέφει στον ιδιωτικό τομέα. Για μια χώρα με πρόσφατη ιστορία κρίσης κρατικού χρέους, η αξία αυτής της ασφάλισης δεν είναι αμελητέα.
Το κόστος βρίσκεται στη ρευστότητα. Σύμφωνα με τον ΟΔΔΗΧ, τα συνολικά ταμειακά διαθέσιμα της γενικής κυβέρνησης μειώθηκαν από 38,92 δισ. ευρώ στο τέλος Μαρτίου σε 31,11 δισ. ευρώ στο τέλος Ιουνίου, ενώ ο ειδικός λογαριασμός ταμειακού αποθέματος που είχε δημιουργηθεί στο πλαίσιο της μεταμνημονιακής ασφάλειας μηδενίστηκε μετά τη χρηματοδότηση της εξόφλησης των 6,94 δισ. ευρώ. Τα 31 δισ. ευρώ παραμένουν πολύ σημαντικό απόθεμα και δεν δημιουργούν λόγο συναγερμού. Η ρευστότητα, όμως, έχει αξία επιλογής σε ένα περιβάλλον γεωπολιτικού, ενεργειακού και επιτοκιακού κινδύνου. Ένα ευρώ που χρησιμοποιήθηκε για πρόωρη εξόφληση δεν είναι πλέον άμεσα διαθέσιμο αν εμφανιστεί νέα κρίση, εκτός αν το Δημόσιο ξαναβγεί στις αγορές.
Η κριτική χρειάζεται ακόμη μία αναλογία. Το ελληνικό χρέος είναι υψηλό ως ποσοστό του ΑΕΠ, αλλά η δομή του είναι πολύ πιο προστατευμένη από όσο υποδηλώνει ο τίτλος του 143,5%. Στο τέλος Ιουνίου ο ΟΔΔΗΧ κατέγραφε μέση σταθμική διάρκεια 18,28 ετών και ουσιαστικά πλήρη κάλυψη σταθερού επιτοκίου μετά τις πράξεις αντιστάθμισης, ενώ το ΔΝΤ σημειώνει ότι περίπου το 70% του χρέους βρίσκεται σε επίσημους πιστωτές. Άρα η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει το ίδιο άμεσο ρίσκο αναχρηματοδότησης με μια χώρα που έχει ισόποσο χρέος αλλά βραχείες λήξεις και κυμαινόμενα επιτόκια. Όσο αποσύρονται πρώτα οι ακριβότερες ή περισσότερο ευαίσθητες υποχρεώσεις, το οριακό όφελος από ακόμη ταχύτερη αποπληρωμή μειώνεται.
Η πρόωρη αποπληρωμή αγοράζει ασφάλεια και εξοικονομεί τόκους. Δεν αγοράζει από μόνη της σύγκλιση.
Εδώ βρίσκεται το πραγματικό κόστος ευκαιρίας. Η σωστή σύγκριση δεν είναι «12,84 δισ. στο χρέος ή 12,84 δισ. σε παροχές». Είναι η βέβαιη εξοικονόμηση τόκων και κινδύνου απέναντι στην αξία της ρευστότητας και στην κοινωνική, προσαρμοσμένη στον κίνδυνο απόδοση μιας ώριμης παραγωγικής επένδυσης. Το ίδιο το ΔΝΤ δείχνει στις προσομοιώσεις του ότι μια ανακατεύθυνση της δημοσιονομικής πολιτικής προς δαπάνες που αυξάνουν την ανάπτυξη μπορεί, υπό εύλογους πολλαπλασιαστές, να μειώσει τον λόγο χρέους προς ΑΕΠ ακόμη και με χαμηλότερο πρωτογενές πλεόνασμα από το βασικό σενάριο. Το χρέος μειώνεται από τον αριθμητή, αλλά και από τον παρονομαστή.
| Δείκτης | Τιμή | Οικονομική ανάγνωση |
|---|---|---|
| Πρόωρες αποπληρωμές και μείωση βραχυχρόνιου χρέους, 2026 | 12,84 δισ. € | Ισχυρή επιτάχυνση απομόχλευσης |
| Μέση διάρκεια υποχρεώσεων που προεξοφλούνται | 7,1 έτη | Μεταφορά λήξεων από τα επόμενα χρόνια |
| Μέσο κόστος των υποχρεώσεων αυτών | ≈2,9% | Υψηλότερο από την απόδοση των διαθέσιμων, κατά την εκτίμηση ΥΠΕΘΟΟ |
| Εκτιμώμενη ετήσια εξοικονόμηση τόκων | ≈370 εκατ. € | Μόνιμη ελάφρυνση μελλοντικών προϋπολογισμών |
| Ταμειακά διαθέσιμα γενικής κυβέρνησης, 30/6/2026 | 31,11 δισ. € | Μεγάλο απόθεμα, αλλά χαμηλότερο από 38,92 δισ. € στο τέλος Μαρτίου |
| Μέση σταθμική διάρκεια συνολικού χρέους, 30/6/2026 | 18,28 έτη | Περιορισμένο άμεσο ρίσκο αναχρηματοδότησης |
| Χρέος με σταθερό επιτόκιο μετά αντισταθμίσεις | 100% | Η ανάγκη για επιθετική προεξόφληση δεν είναι ίδια σε όλο το χαρτοφυλάκιο |
| Πηγές: ΥΠΕΘΟΟ, 19 Αυγούστου 2026· ΟΔΔΗΧ, General Government Debt Parameters, 30 Ιουνίου 2026· ESM/EFSF, 5 Ιουνίου 2026. | ||
Στις τιμές, η αποκλιμάκωση είναι υπαρκτή αλλά ρηχή. Ο εναρμονισμένος δείκτης υποχώρησε τον Ιούλιο στο 2,7% από 3,9% τον Ιούνιο, κάτω από τον μέσο όρο της ευρωζώνης που ανήλθε σε 2,9% (Διάγραμμα 2). Ο εθνικός δείκτης της ΕΛΣΤΑΤ παραμένει όμως στο 3,4%. Η σύνθεση είναι το κρίσιμο σημείο: η υποχώρηση ήρθε από το ελαιόλαδο, τα νωπά φρούτα και τον ηλεκτρισμό, ο οποίος έπεσε 2,8% σε ετήσια βάση, ενώ σε μηνιαία βάση το πετρέλαιο κίνησης ανέβηκε 12,1%, οι αεροπορικές μεταφορές 13,7% και τα ενοίκια συνέχισαν ανοδικά. Ο δείκτης πέφτει στα ευμετάβλητα άκρα του καλαθιού και αντιστέκεται εκεί όπου το νοικοκυριό δεν μπορεί να υποκαταστήσει. Από την 1η Σεπτεμβρίου ξεκινά η Εθνική Πρωτοβουλία Μείωσης Τιμών, με 1.150 κωδικούς ενταγμένους μέχρι τις 24 Αυγούστου, μετά τη λήξη του πλαφόν στο περιθώριο κέρδους στα τέλη Ιουνίου. Θα κριθεί στα στοιχεία του Οκτωβρίου, όχι στις ανακοινώσεις.
Η αγορά εργασίας είναι το κομμάτι όπου η κυβέρνηση έχει το ισχυρότερο επιχείρημα. Το εποχικά διορθωμένο ποσοστό ανεργίας υποχώρησε στο 8,0% τον Ιούνιο του 2026, από 9,2% έναν χρόνο πριν, με 4.389.230 απασχολούμενους, αύξηση 1,2% σε ετήσια βάση. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη βελτίωση της δεκαετίας και δεν πρέπει να υποτιμάται. Μία μόνο ηλικιακή ομάδα κινήθηκε αντίθετα: στους 15 έως 24 ετών η ανεργία ανέβηκε στο 19,5% από 18,6%. Είναι η ομάδα που το πακέτο αγγίζει λιγότερο και η ομάδα που φεύγει.
Ο τουρισμός δίνει το πιο υποτιμημένο σήμα του καλοκαιριού. Στο πρώτο εξάμηνο οι ταξιδιωτικές εισπράξεις έφτασαν τα 8,80 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 14,8%, με το ταξιδιωτικό ισοζύγιο πλεονασματικό κατά 6,93 δισ. Τον Ιούνιο όμως οι εισπράξεις αυξήθηκαν μόλις 1,2%, με τις αφίξεις να ανεβαίνουν 6,9% και τη μέση δαπάνη ανά ταξίδι να υποχωρεί 6,2%. Έρχονται περισσότεροι και ξοδεύουν λιγότερο ο καθένας. Παράλληλα το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών του εξαμήνου διευρύνθηκε κατά περίπου 1 δισ. ευρώ. Το εξωτερικό ισοζύγιο δεν αντέχει να είναι η μόνη μηχανή.
Το δεύτερο δομικό μέγεθος είναι οι επενδύσεις. Ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου κινήθηκε στο 16,4% του ΑΕΠ το 2025 και προβλέπεται στο 17,7% το 2026, το υψηλότερο ποσοστό μετά το 2009, έναντι 21,3% στην ευρωζώνη και 21,5% στην ΕΕ (Διάγραμμα 3). Το κενό των περίπου πέντε μονάδων του ΑΕΠ αντιστοιχεί, σε ΑΕΠ 248,4 δισ. ευρώ, σε περίπου 12 δισ. ευρώ επενδύσεων κάθε χρόνο. Και ο μοχλός που το συντηρούσε κλείνει σε τρεις ημέρες: στις 31 Αυγούστου εκπνέει η προθεσμία για τα ορόσημα του Ταμείου Ανάκαμψης. Το ένατο και τελευταίο αίτημα πληρωμής, ύψους 6,7 δισ. ευρώ, από τα οποία 4,4 δισ. επιχορηγήσεις και 2,3 δισ. δάνεια, υποβάλλεται στα τέλη Σεπτεμβρίου και εξαρτάται από 123 ορόσημα. Η κυβέρνηση δηλώνει πλήρη απορρόφηση των 36 δισ. και απολογίζει επενδύσεις 46,6 δισ. ευρώ. Η ένσταση της αντιπολίτευσης είναι ότι μέρος του αρχικού σχεδίου απεντάχθηκε και μεταφέρθηκε σε άλλα εργαλεία, οπότε το ποσοστό απορρόφησης δεν είναι από μόνο του απολογισμός. Και οι δύο πλευρές μπορεί να έχουν δίκιο ταυτόχρονα: τα χρήματα ήρθαν, ένα κομμάτι του μετασχηματισμού μετατέθηκε.
Και εδώ φτάνουμε στον αριθμό που δεν θα ακουστεί από το βήμα. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας σε μονάδες αγοραστικής δύναμης υποχώρησε το 2025 στο 68% του μέσου όρου της ΕΕ, από 69% το 2024, στην τελευταία θέση μαζί με τη Βουλγαρία, η οποία ανέβηκε από 66% σε 68%. Επτά χρόνια μετά την έξοδο από τα μνημόνια, η σύγκλιση έχει προχωρήσει δύο μονάδες συνολικά, από 66% το 2019. Αυτό δεν αναιρεί τη δημοσιονομική επίδοση ούτε την πτώση της ανεργίας. Τα καθιστά όμως ημιτελή, γιατί δείχνει ότι δεν έχουν ακόμη μεταφραστεί σε βιοτικό επίπεδο.
| Δείκτης | Ελλάδα | Ευρωζώνη | Περίοδος |
|---|---|---|---|
| ΑΕΠ, τριμηνιαία μεταβολή (%) | +0,2 | −0,2 | Α΄ τρίμηνο 2026 |
| Πληθωρισμός, ΕνΔΤΚ (%, ετήσια) | 2,7 | 2,9 | Ιούλιος 2026 |
| Ανεργία, εποχικά διορθωμένη (%) | 8,0 | 6,3 | Ιούνιος 2026 |
| Επενδύσεις, ΑΣΠΚ (% ΑΕΠ) | 16,4 | 21,3 | 2025 |
| Κατά κεφαλήν ΑΕΠ (ΜΑΔ, ΕΕ=100) | 68 | δ/δ | 2025 |
| Πρωτογενές αποτέλεσμα ΓΚ (% ΑΕΠ) | +4,9 | δ/δ | 2025 |
| Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ (τριμηνιαίοι εθνικοί λογαριασμοί, έρευνα εργατικού δυναμικού, ΕνΔΤΚ, κοινοποίηση ΔΥΕ Απριλίου 2026)· Eurostat (ταχεία εκτίμηση πληθωρισμού 31.7.2026, ανεργία Ιουνίου 2026, nama_10_gdp, προκαταρκτικές ΙΑΔ 2025)· Κρατικός Προϋπολογισμός 2026. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ μετριέται ως προς τον μέσο όρο της ΕΕ-27, όχι της ευρωζώνης. Το ΑΕΠ β΄ τριμήνου αυξήθηκε 0,4% στην ευρωζώνη· το αντίστοιχο ελληνικό στοιχείο δημοσιεύεται στις αρχές Σεπτεμβρίου. | |||
Ποιοι κερδίζουν, ποιοι χάνουν
Το πακέτο έχει σαφείς αποδέκτες. Κερδίζουν οι περίπου 670.000 αυτοαπασχολούμενοι που θα δουν διορθώσεις στα τεκμήρια, οι επιχειρήσεις μέσω της προκαταβολής φόρου, οι συνταξιούχοι, και οι καταναλωτές των συγκεκριμένων ειδών όπου θα πέσει ο ΦΠΑ. Πρόκειται για πραγματικές αδικίες που διορθώνονται, και ο διάλογος με τους φορείς αυτή τη φορά φαίνεται να άλλαξε ουσιαστικά τον σχεδιασμό, όχι μόνο την επικοινωνία του.
Χάνουν, σχετικά, όσοι δεν έχουν ακίνητο και δεν έχουν επιχείρηση. Ο ενοικιαστής της Αττικής με μέσο μίσθωμα 785 ευρώ, σε μια αγορά όπου οι τιμές κατοικιών έχουν ανέβει σωρευτικά περίπου 85% από το 2016 έναντι 47% του διαθέσιμου εισοδήματος, δεν ωφελείται από τη μείωση του ΕΝΦΙΑ και ωφελείται αρνητικά αν μια νέα επιδότηση αγοράς ανεβάσει κι άλλο τις τιμές ενός σταθερού αποθέματος. Υπάρχει και μια χρονική ασυμμετρία που αξίζει να ειπωθεί: τα μέτρα ενεργοποιούνται από τον Ιανουάριο και τον Απρίλιο του 2027, ενώ η πίεση στην τσέπη είναι τώρα.
Στην πρόωρη αποπληρωμή, οι κερδισμένοι είναι περισσότερο διάχυτοι και χρονικά απομακρυσμένοι. Κερδίζουν οι μελλοντικοί φορολογούμενοι από χαμηλότερους τόκους και, δυνητικά, οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά αν η χαμηλότερη κρατική επιβάρυνση κινδύνου περάσει στο ιδιωτικό κόστος χρηματοδότησης. Δεν υπάρχει όμως άμεσο εισόδημα 370 εκατ. ευρώ που μοιράζεται σήμερα. Η εξοικονόμηση εμφανίζεται σταδιακά ως μικρότερη δαπάνη τόκων και μεγαλύτερη μελλοντική ευχέρεια. Η άλλη πλευρά της συναλλαγής είναι μικρότερο δημόσιο απόθεμα ρευστότητας. Πρόκειται, επομένως, για διαχρονική μεταφορά πόρων από τη σημερινή ευελιξία προς ασφαλέστερους μελλοντικούς προϋπολογισμούς. Είναι ορθολογική μόνο όσο διατηρείται επαρκές μαξιλάρι και δεν εκτοπίζονται επενδύσεις υψηλής κοινωνικής απόδοσης.
Τι σημαίνει για την πολιτική
Ο χρονισμός με τη νομισματική πολιτική έχει γίνει πιο δύσκολος από ό,τι φαινόταν πριν από δύο εβδομάδες. Η ΕΚΤ αύξησε τα επιτόκια κατά 25 μονάδες βάσης τον Ιούνιο, με το επιτόκιο αποδοχής καταθέσεων στο 2,25%, τα κράτησε σταθερά στις 23 Ιουλίου και, σύμφωνα με πληροφορίες του Reuters, οι αξιωματούχοι είναι έτοιμοι για νέα αύξηση στη συνεδρίαση της 10ης Σεπτεμβρίου. Στην αγορά ομολόγων, η απόδοση του ελληνικού δεκαετούς ανέβηκε από 3,59% στις 23 Ιουνίου σε 3,92% στις 23 Ιουλίου και το spread έναντι του Bund διευρύνθηκε από 67 σε 73 μονάδες βάσης. Τα υψηλότερα επιτόκια ενισχύουν το επιχείρημα για επιλεκτική πρόωρη εξόφληση κυμαινόμενου ή σχετικά ακριβού χρέους, όπως τα GLF, και για απομάκρυνση κοντινών λήξεων. Δεν πρέπει όμως να συγχέεται το σημερινό επιτόκιο αγοράς με το άμεσο κόστος ολόκληρου του ελληνικού χρέους: η μέση διάρκειά του παραμένει πάνω από 18 χρόνια και το επιτοκιακό προφίλ έχει ουσιαστικά σταθεροποιηθεί μέσω αντισταθμίσεων. Η πρόωρη αποπληρωμή είναι, επομένως, εργαλείο ασφάλισης και διαχείρισης παθητικού, όχι αντίδραση πανικού. Την ίδια στιγμή, ένα μόνιμο επεκτατικό πακέτο στη ΔΕΘ, αν διοχετευθεί κυρίως στη ζήτηση ενώ η νομισματική πολιτική σφίγγει, δουλεύει προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ο συνδυασμός δεν είναι λογιστικά αντιφατικός, αλλά πρέπει να εξηγηθεί οικονομικά: η Ελλάδα δεν έχει λόγο να εξοικονομεί τόκους με το ένα χέρι και να αφήνει, με το άλλο, το μετα-Ταμείο Ανακάμψης επενδυτικό κενό ακάλυπτο.
Τι πρέπει να γίνει
1. Στέγη: μετακίνηση από τη ζήτηση στην προσφορά
Αντί ενός τρίτου κύκλου επιδότησης αγοράς, ποσό της τάξης των 300 εκατ. ευρώ ετησίως αποδίδει πολύ περισσότερο αν κατευθυνθεί σε τρία πράγματα: επιδότηση ανακαίνισης κενών κατοικιών με δέσμευση πενταετούς δηλωμένης μίσθωσης και ρήτρα επιστροφής της ενίσχυσης σε περίπτωση αθέτησης, δημόσια εγγύηση μισθώματος που μειώνει το αντιληπτό ρίσκο του ιδιοκτήτη ώστε να ανοίξει το κλειστό απόθεμα, και επιτάχυνση του χωροταξικού και αδειοδοτικού πλαισίου. Το τελευταίο βρίσκεται ήδη στο τραπέζι, καθώς τα νέα Ειδικά Χωροταξικά Πλαίσια για τον τουρισμό και τις ΑΠΕ συζητήθηκαν στο Υπουργικό της 24ης Αυγούστου. Με 12% έως 13% του αποθέματος κενό, η δεξαμενή υπάρχει και δεν χρειάζεται να χτιστεί. Η ειλικρινής ένσταση είναι ότι η προσφορά αποδίδει σε δύο με τρία χρόνια, δηλαδή μετά τις εκλογές, και ότι μέρος της ενίσχυσης θα το καρπωθεί ο ιδιοκτήτης. Η απάντηση είναι η αιρεσιμότητα και η ρήτρα επιστροφής, και το ότι η εναλλακτική είναι χειρότερη.
2. Επενδύσεις: γέφυρα για τη ζωή μετά το Ταμείο Ανάκαμψης
Από την 1η Σεπτεμβρίου η οικονομία λειτουργεί χωρίς τον μηχανισμό που της έδινε δύο μονάδες ανάπτυξης. Το κενό δεν καλύπτεται με μειώσεις συντελεστών που κοστίζουν έσοδα ανεξάρτητα από το αν κάποιος επενδύσει. Το ίδιο δημοσιονομικό κόστος αγοράζει περισσότερο κεφάλαιο αν πάρει τη μορφή άμεσης έκπτωσης της επενδυτικής δαπάνης ή επιταχυνόμενων αποσβέσεων για εξοπλισμό, ψηφιακά και ενεργειακά πάγια, γιατί συνδέει την απώλεια εσόδων με πραγματική δαπάνη και όχι με υφιστάμενα κέρδη. Τα εργαλεία της επόμενης περιόδου υπάρχουν, από το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης 2026 έως 2030 με 23 δισ. ευρώ δημοσίων επενδύσεων μέχρι το Κοινωνικό Ταμείο για το Κλίμα των 4,77 δισ. ευρώ που ενέκρινε η Επιτροπή. Λείπει η ιδιωτική μόχλευση. Η ένσταση είναι ότι η άμεση έκπτωση μετακινεί κυρίως τον χρόνο και όχι το επίπεδο της επένδυσης· γι' αυτό πρέπει να είναι μόνιμη, απλή και χωρίς κατώφλια, ώστε να αλλάξει προσδοκίες και όχι μόνο ταμειακές ροές.
3. Κανόνας αντί για ετήσια δημοπρασία
Η πιο υποτιμημένη παρέμβαση είναι η τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας και των ορίων του τεκμαρτού, ώστε να σταματήσει η σιωπηρή αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης όταν οι ονομαστικοί μισθοί ακολουθούν έναν πληθωρισμό 3,4%. Ένας τέτοιος κανόνας μετατρέπει τη ΔΕΘ από ετήσια δημοπρασία παροχών σε ανακοίνωση εφαρμογής, και έχει προταθεί και από την αντιπολίτευση, άρα υπάρχει διακομματικό έδαφος. Το κόστος όμως είναι επαναλαμβανόμενο και μειώνει την αυτόματη σταθεροποίηση των εσόδων, οπότε πρέπει να νομοθετηθεί μαζί με δημοσιονομική άγκυρα, για παράδειγμα τον στόχο πρωτογενούς πλεονάσματος 3,2% του ΑΕΠ, και ρήτρα αναστολής αν ο στόχος αστοχήσει. Το ίδιο ισχύει και για τη στοχευμένη μείωση ΦΠΑ: η μετακύλιση σε τελικές τιμές είναι ιστορικά μερική, οπότε έχει νόημα μόνο σε λίγα είδη με ανταγωνιστική λιανική και με δημοσιευμένη παρακολούθηση τιμών, όχι ως γενικό μέτρο κατά της ακρίβειας.
4. Χρέος: κανόνας προεξόφλησης, όχι αυτόματος πιλότος
Η στρατηγική πρόωρων αποπληρωμών χρειάζεται έναν διαφανή οικονομικό κανόνα. Πρώτα εξοφλούνται υποχρεώσεις κυμαινόμενου επιτοκίου, ακριβότερες λήξεις και χρέος που δημιουργεί κοντινό κίνδυνο αναχρηματοδότησης. Η προεξόφληση έχει νόημα όταν το αναμενόμενο κόστος της υποχρέωσης, προσαρμοσμένο στον κίνδυνο, υπερβαίνει καθαρά την απόδοση των διαθεσίμων. Παράλληλα πρέπει να διατηρείται ελάχιστο απόθεμα ρευστότητας συνδεδεμένο με τις ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες και με σενάρια κρίσης. Στους εμπορεύσιμους τίτλους χρειάζεται επίσης προσοχή ώστε οι εξαγορές να μην αποδυναμώνουν τη ρευστότητα της ελληνικής καμπύλης αποδόσεων και τη σταθερή παρουσία του Δημοσίου στις αγορές. Και, κυρίως, η απομείωση χρέους δεν πρέπει να γίνεται αυτόματος προορισμός κάθε πρόσθετου ευρώ όταν υπάρχει ώριμη επένδυση με υψηλότερη κοινωνική απόδοση που μπορεί να ενταχθεί νόμιμα στον πολυετή δημοσιονομικό σχεδιασμό. Αυτό δεν είναι επιχείρημα για μεγαλύτερο έλλειμμα. Είναι διαχείριση του ενοποιημένου ισολογισμού του Δημοσίου: παθητικό, ρευστότητα και παραγωγικά περιουσιακά στοιχεία πρέπει να αξιολογούνται μαζί. Η εξοικονόμηση περίπου 370 εκατ. ευρώ ετησίως από τόκους είναι πραγματικό μέρισμα αξιοπιστίας. Το ζητούμενο είναι να μετατραπεί με τον χρόνο σε χώρο για παραγωγικότητα και όχι σε ακόμη έναν κύκλο μη στοχευμένων παροχών.
Η ουσία
Η κυβέρνηση θα ανέβει στο βήμα της Θεσσαλονίκης με πραγματικά επιτεύγματα: ανεργία 8%, χρέος που πέφτει ταχύτερα από κάθε άλλη χώρα της ΕΕ, πρόωρες αποπληρωμές που μειώνουν τόκους και κίνδυνο, και ένα Ταμείο Ανάκαμψης που φτάνει στο τέλος του χωρίς απώλεια πόρων. Η στρατηγική για το χρέος αξίζει περισσότερη πίστωση απ’ όση της δίνει μια συζήτηση που περιορίζεται στις παροχές της ΔΕΘ. Ακριβώς όμως επειδή το ελληνικό χρέος έχει ήδη μεγάλη διάρκεια, υψηλή συμμετοχή επίσημων πιστωτών και προστατευμένο επιτοκιακό προφίλ, η απομείωσή του δεν πρέπει να μετατραπεί από μέσο σε αυτοσκοπό. Η οικονομικά ισχυρότερη ακολουθία είναι τριπλή: διατήρηση επαρκούς ρευστότητας, επιλεκτική εξόφληση των ακριβότερων και πιο ευαίσθητων υποχρεώσεων, και διοχέτευση του επαναλαμβανόμενου χώρου από χαμηλότερους τόκους και καλύτερη συμμόρφωση σε επενδύσεις που αυξάνουν την προσφορά. Το μέτρο της επιτυχίας της ΔΕΘ δεν είναι πόσα από τα 2 δισ. ευρώ θα ανακοινωθούν, ούτε πόσα δισ. θα προπληρωθούν. Είναι αν, στην επόμενη μέτρηση της Eurostat, το 68 θα έχει γίνει 69 και ύστερα 70. Η πρόωρη αποπληρωμή μπορεί να προστατεύσει τη διαδρομή. Μόνο η παραγωγικότητα και η επένδυση μπορούν να αλλάξουν τον προορισμό.
Πηγές
- Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, εκτέλεση κρατικού προϋπολογισμού Ιανουαρίου-Ιουλίου 2026 (Αύγουστος 2026).
- ΕΛΣΤΑΤ, Δείκτης Τιμών Καταναλωτή Ιουλίου 2026 (7 Αυγούστου 2026)· Έρευνα Εργατικού Δυναμικού, μηνιαίες εποχικά προσαρμοσμένες εκτιμήσεις Ιουνίου 2026 (29 Ιουλίου 2026)· Τριμηνιαίοι Εθνικοί Λογαριασμοί α΄ τριμήνου 2026· 1η κοινοποίηση ΔΥΕ 2026.
- Eurostat, ταχεία εκτίμηση πληθωρισμού ευρωζώνης 31 Ιουλίου 2026· ανεργία Ιουνίου 2026· ΑΕΠ β΄ τριμήνου 2026 (προκαταρκτική εκτίμηση)· National accounts and GDP (nama_10_gdp)· προκαταρκτικές εκτιμήσεις ΙΑΔ και κατά κεφαλήν ΑΕΠ 2025· χρέος γενικής κυβέρνησης α΄ τριμήνου 2026.
- Τράπεζα της Ελλάδος, Ισοζύγιο Πληρωμών Ιουνίου 2026 και ταξιδιωτικό ισοζύγιο α΄ εξαμήνου 2026 (Αύγουστος 2026)· Έκθεση για τη Νομισματική Πολιτική 2026.
- ΔΝΤ, Άρθρο IV Ελλάδας 2026: δήλωση κλιμακίου (24 Μαρτίου 2026) και ανακοίνωση Εκτελεστικού Συμβουλίου (27 Μαΐου 2026)· ανάλυση στεγαστικής αγοράς 2026.
- ΕΚΤ, αποφάσεις νομισματικής πολιτικής 11 Ιουνίου και 23 Ιουλίου 2026 και προβολές Ιουνίου 2026· Reuters, δημοσίευμα για τη συνεδρίαση της 10ης Σεπτεμβρίου (26 Αυγούστου 2026).
- Υπουργικό Συμβούλιο 24 Αυγούστου 2026: απολογισμός «Ελλάδα 2.0», Εθνική Πρωτοβουλία Μείωσης Τιμών, Ειδικά Χωροταξικά Πλαίσια· δηλώσεις Α. Σκέρτσου για την ολοκλήρωση του ΤΑΑ (Αύγουστος 2026).
- Δημοσιεύματα για τη σύνθεση και το ύψος του πακέτου της ΔΕΘ: Ελεύθερος Τύπος (23 Αυγούστου 2026), Capital.gr, TheTOC, Οικονομικός Ταχυδρόμος, Πρωτοθέμα (τελικό αίτημα πληρωμής ΤΑΑ, Αύγουστος 2026).
- Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, «Πρόωρη αποπληρωμή χρέους: όφελος 370 εκατ. ευρώ ετησίως», 19 Αυγούστου 2026. Συνολικές κινήσεις πρόωρης αποπληρωμής και μείωσης βραχυχρόνιου χρέους περίπου 12,84 δισ. ευρώ για το 2026.
- ΟΔΔΗΧ, General Government Debt Parameters, στοιχεία 30 Ιουνίου 2026: χρέος γενικής κυβέρνησης 357,58 δισ. ευρώ, μέση σταθμική διάρκεια 18,28 έτη, ταμειακά διαθέσιμα 31,11 δισ. ευρώ και σταθερό επιτοκιακό προφίλ μετά τις πράξεις αντιστάθμισης.
- ESM/EFSF, απόφαση 5 Ιουνίου 2026 για την πρόωρη αποπληρωμή δανείων GLF 6,94 δισ. ευρώ και χρήση του ειδικού ταμειακού αποθέματος.
- ΔΝΤ, Greece: 2026 Article IV Consultation, 27 Μαΐου 2026: ευνοϊκή διάρθρωση του χρέους, υψηλά ταμειακά διαθέσιμα και προσομοιώσεις για την επίδραση αναπτυξιακά προσανατολισμένης δημοσιονομικής πολιτικής στη δυναμική χρέους.
- ΔΕΘ HELEXPO, 90ή Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης, 5 έως 13 Σεπτεμβρίου 2026.
Σημείωση: το ύψος και η σύνθεση του πακέτου της ΔΕΘ προέρχονται από δημοσιογραφικές πηγές και δεν έχουν επιβεβαιωθεί επισήμως. Θα οριστικοποιηθούν με την ομιλία της 6ης Σεπτεμβρίου. Το ίδιο ισχύει για την προσδοκία αύξησης επιτοκίων από την ΕΚΤ στις 10 Σεπτεμβρίου. Για τις πρόωρες αποπληρωμές, τα 6,94 δισ. ευρώ των GLF έχουν ήδη εξοφληθεί, ενώ η πρόωρη εξόφληση 2,5 δισ. ευρώ προς EFSF και περίπου 2,2 δισ. ευρώ ομολόγου λήξης Δεκεμβρίου 2027 περιγράφονται από το ΥΠΕΘΟΟ ως επόμενες κινήσεις εντός του 2026.
Share this post