Πόσο μας κόστισε πραγματικά ο ΦΠΑ της κρίσης;
Η νέα μου ερευνητική εργασία μετρά πόσο οι αυξήσεις του ΦΠΑ της περιόδου 2010–2016 πέρασαν στις τιμές, πόσο αύξησαν το κόστος ζωής και ποιοι τελικά επωμίστηκαν το μεγαλύτερο βάρος.
Πόσο μας κόστισε πραγματικά ο ΦΠΑ της κρίσης;
Στη νέα μου ερευνητική εργασία “The Price of Adjustment: VAT-Driven Inflation and Its Incidence during Greece’s Fiscal Consolidation, 2010–2024”, η οποία είναι διαθέσιμη ως working paper στο SSRN, εξετάζω μια πλευρά της ελληνικής δημοσιονομικής προσαρμογής που συνήθως μένει έξω από τη δημόσια συζήτηση: πόσο από την αύξηση του κόστους ζωής προήλθε από τις αλλαγές στον ΦΠΑ και ποιοι τελικά επωμίστηκαν το μεγαλύτερο βάρος.
Διαβάστε το working paper στο SSRNΌταν μιλάμε για την ελληνική κρίση, θυμόμαστε κυρίως τις μειώσεις μισθών και συντάξεων, την ανεργία, τις περικοπές δημοσίων δαπανών και τις αυξήσεις της άμεσης φορολογίας. Υπήρχε όμως και ένας ακόμη μηχανισμός, λιγότερο ορατός αλλά απολύτως πραγματικός: οι αυξήσεις του ΦΠΑ πέρασαν στις τιμές των αγαθών και των υπηρεσιών που αγοράζαμε καθημερινά.
Αυτό σημαίνει ότι το κόστος της προσαρμογής δεν εμφανίστηκε μόνο στο εκκαθαριστικό της εφορίας ή στη μείωση του μισθού. Εμφανίστηκε και στο supermarket, στην εστίαση, στις μεταφορές, στα ξενοδοχεία, στους λογαριασμούς και γενικότερα στην καθημερινή κατανάλωση. Ακόμη και όταν το ονομαστικό εισόδημα μένει ίδιο, μια αύξηση των τιμών σημαίνει ότι το ίδιο εισόδημα αγοράζει λιγότερα.
Το βασικό ερώτημα της μελέτης είναι απλό: πόσο ακριβότερη έγινε η καθημερινή ζωή εξαιτίας των αλλαγών στον ΦΠΑ και ποιοι πλήρωσαν αναλογικά περισσότερο αυτό το κόστος;
Τι συνέβη με τον ΦΠΑ στην Ελλάδα
Μεταξύ 2010 και 2016 η Ελλάδα προχώρησε σε μια εξαιρετικά μεγάλη αύξηση της φορολογίας της κατανάλωσης. Ο βασικός συντελεστής ΦΠΑ αυξήθηκε από 19% σε 21% τον Μάρτιο του 2010, στη συνέχεια σε 23% τον Ιούλιο του 2010 και τελικά σε 24% το 2016. Παράλληλα αυξήθηκαν μειωμένοι συντελεστές και πολλές κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών μεταφέρθηκαν από χαμηλότερους σε υψηλότερους συντελεστές.
Η λογική αυτών των παρεμβάσεων ήταν δημοσιονομική: το κράτος χρειαζόταν περισσότερα έσοδα. Το ερώτημα όμως που με ενδιαφέρει είναι η άλλη πλευρά της εξίσωσης. Όταν αυξάνεται ο ΦΠΑ, πόσο από αυτή την αύξηση περνά πραγματικά στην τελική τιμή που πληρώνει ο καταναλωτής; Και το αντίστροφο: όταν ο ΦΠΑ μειώνεται, μειώνονται οι τιμές στον ίδιο βαθμό;
Πώς το μέτρησα
Για την έρευνα κατασκεύασα μια λεπτομερή βάση δεδομένων για 108 διαφορετικές κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών του ελληνικού Εναρμονισμένου Δείκτη Τιμών Καταναλωτή. Για κάθε κατηγορία καταγράφεται σε μηνιαία βάση ποιος συντελεστής ΦΠΑ ίσχυε, πότε άλλαξε και ποια ακριβώς νομική διάταξη προκάλεσε την αλλαγή. Κάθε φορολογική μεταβολή ελέγχθηκε έναντι των αντίστοιχων ΦΕΚ και των εφαρμοστικών εγκυκλίων της φορολογικής διοίκησης.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι δεν υποθέτω πως κάθε μεταβολή του ΦΠΑ περνά αυτόματα κατά 100% στις τιμές. Το ποσοστό αυτό, το λεγόμενο pass-through, εκτιμάται οικονομετρικά μέσα στην ίδια τη μελέτη.
Οι αυξήσεις περνούν στις τιμές πολύ περισσότερο από ό,τι η μείωση του 2013
Η βασική εκτίμηση δείχνει ότι περίπου 76% μιας αύξησης του ΦΠΑ περνά στις τιμές μέσα σε δύο χρόνια από τη στιγμή που η αλλαγή γίνεται νόμος. Υπάρχουν ενδείξεις ότι οι τιμές αρχίζουν να προσαρμόζονται ακόμη και πριν από την επίσημη εφαρμογή του νέου συντελεστή, όταν η αλλαγή έχει ήδη συζητηθεί και προεξοφληθεί. Αν συμπεριληφθεί και αυτή η προγενέστερη κίνηση, το ανώτερο όριο φτάνει περίπου στο 96%.
Με απλά λόγια, αν μια αύξηση του ΦΠΑ δικαιολογούσε αύξηση της τελικής τιμής κατά 1 ευρώ, η βασική εκτίμηση υποδηλώνει ότι περίπου 76 λεπτά από αυτό το ευρώ εμφανίζονταν τελικά στην τιμή που πλήρωνε ο καταναλωτής. Η ακριβής ένταση έχει αβεβαιότητα και οι αυστηρότερες διορθώσεις για εποχικότητα δίνουν χαμηλότερες εκτιμήσεις. Το σταθερό αποτέλεσμα, όμως, είναι ότι ένα σημαντικό μέρος των αυξήσεων μεταφέρθηκε στους καταναλωτές.
Η μεγάλη μείωση του ΦΠΑ στην εστίαση το 2013 πέρασε στις τιμές μόνο κατά περίπου 27%. Αντίθετα, οι μειώσεις που πραγματοποιήθηκαν μετά το 2017 περνούν στις τιμές περίπου κατά 71%. Αυτό σημαίνει ότι κατά την περίοδο της κρίσης ο καταναλωτής έπαιρνε πίσω μόνο ένα μικρό μέρος της φορολογικής ελάφρυνσης όταν ο συντελεστής μειωνόταν.
Ο πιθανός ρόλος της ψηφιοποίησης και της φορολογικής συμμόρφωσης
Η αλλαγή αυτή συμπίπτει χρονικά με τη μεγάλη επέκταση των ηλεκτρονικών πληρωμών, των POS και της ψηφιακής φορολογικής παρακολούθησης. Η εργασία δεν ισχυρίζεται ότι αποδεικνύει αιτιωδώς πως η ψηφιοποίηση προκάλεσε την αλλαγή. Βρίσκει όμως ένα μοτίβο συμβατό με έναν μηχανισμό ενισχυμένης φορολογικής συμμόρφωσης.
Το σημαντικότερο συγκριτικό στοιχείο είναι ότι στις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν εμφανίζεται αντίστοιχη αύξηση στη μετακύλιση των μειώσεων ΦΠΑ μετά το 2017. Άρα η μεταβολή στην Ελλάδα δεν φαίνεται να αποτελεί απλώς μια γενική ευρωπαϊκή αλλαγή στον τρόπο διαμόρφωσης των τιμών.
Πόσο αύξησε τελικά ο ΦΠΑ το επίπεδο των τιμών;
Αν θεωρούσαμε ότι όλες οι αλλαγές του ΦΠΑ περνούσαν πλήρως στις τιμές, οι μεταβολές που νομοθετήθηκαν μεταξύ 2010 και 2016 θα αντιστοιχούσαν σε περίπου +4,8 ποσοστιαίες μονάδες στο επίπεδο των τιμών. Με βάση την προτιμώμενη οικονομετρική εκτίμηση του πραγματικού pass-through, η μακροχρόνια επίδραση υπολογίζεται περίπου σε +4,13 μονάδες. Το ανώτερο όριο, όταν συμπεριλαμβάνεται και η πιθανή προγενέστερη προσαρμογή των τιμών, είναι περίπου +5,29 μονάδες.
είναι η προτιμώμενη εκτίμηση της μακροχρόνιας αύξησης του επιπέδου τιμών από τις μεταβολές ΦΠΑ της περιόδου 2010–2016. Περίπου 3 μονάδες είχαν ήδη εμφανιστεί μέχρι το τέλος του 2016.
Αυτό το σημείο είναι ουσιαστικό. Δεν εμφανίστηκε όλη η επίπτωση αμέσως. Μέχρι το τέλος του 2016 είχαν ήδη περάσει στις τιμές περίπου 3 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ το υπόλοιπο αποτέλεσμα των μεταβολών του 2015 και του 2016 ολοκληρώθηκε σταδιακά μέχρι περίπου το 2018.
Άρα, μέσα στα ίδια τα χρόνια της βαθιάς ύφεσης, η φορολογική πολιτική είχε ήδη προσθέσει περίπου 3% στο επίπεδο τιμών, την ώρα που η πραγματική κατανάλωση των νοικοκυριών είχε υποχωρήσει δραματικά. Τα νοικοκυριά δέχονταν δύο πιέσεις ταυτόχρονα: μειωνόταν η οικονομική τους δυνατότητα και ταυτόχρονα ακριβαίνονταν τα αγαθά και οι υπηρεσίες που αγόραζαν.
Τι έγινε όταν ο ΦΠΑ άρχισε να μειώνεται;
Την περίοδο 2019–2021 πραγματοποιήθηκαν σημαντικές μειώσεις ΦΠΑ σε τρόφιμα, ηλεκτρική ενέργεια, φυσικό αέριο, μεταφορές και άλλες κατηγορίες. Αν οι μειώσεις αυτές είχαν περάσει πλήρως στις τιμές, η θεωρητική επίδραση θα ήταν περίπου -2,24 ποσοστιαίες μονάδες. Η πραγματική εκτιμώμενη επίδραση είναι περίπου -1,59 μονάδες.
Δηλαδή αυτή τη φορά περίπου επτά δέκατα της φορολογικής ελάφρυνσης πέρασαν στις τιμές. Πρόκειται για πολύ μεγαλύτερη μετακύλιση από εκείνη της μείωσης του 2013.
Ποιοι πλήρωσαν τελικά περισσότερο;
Για να απαντήσω σε αυτό το ερώτημα, χρησιμοποίησα μικροδεδομένα της Έρευνας Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΛΣΤΑΤ. Έτσι μπορώ να υπολογίσω όχι μόνο τι συνέβη στον γενικό δείκτη τιμών, αλλά πώς επηρεάστηκε το πραγματικό καταναλωτικό καλάθι διαφορετικών ομάδων νοικοκυριών.
Εδώ εμφανίζεται ένα αρχικά παράδοξο αποτέλεσμα. Αν χωρίσουμε τα νοικοκυριά ανάλογα με το ύψος της κατανάλωσής τους, η αύξηση της τιμής του καλαθιού ήταν περίπου 2,68% στο χαμηλότερο 20% και 3,29% στο υψηλότερο 20%. Δηλαδή, αν κοιτάξουμε μόνο τις τιμές, οι υψηλότερες καταναλωτικές ομάδες αντιμετώπισαν λίγο μεγαλύτερη αύξηση.
Ο λόγος είναι ότι πολλά βασικά τρόφιμα, τα οποία έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα στα χαμηλότερα καταναλωτικά στρώματα, παρέμειναν σε μειωμένους συντελεστές. Αντίθετα, αρκετές κατηγορίες που μεταφέρθηκαν σε υψηλότερους συντελεστές, όπως η εστίαση, οι μεταφορές και ορισμένα επεξεργασμένα προϊόντα, είχαν μεγαλύτερη συμμετοχή στα καλάθια των υψηλότερων καταναλωτικών ομάδων.
Και όμως, όταν κοιτάξουμε το εισόδημα, η εικόνα αντιστρέφεται
Όταν τα νοικοκυριά χωριστούν με βάση το εισόδημά τους, η αύξηση της τιμής του καλαθιού είναι σχεδόν ίδια. Η εκτιμώμενη επίπτωση είναι περίπου 3,08% στο χαμηλότερο εισοδηματικό 20% και 3,23% στο υψηλότερο 20%.
Η μεγάλη διαφορά βρίσκεται αλλού. Τα χαμηλότερα εισοδήματα πρέπει να διαθέτουν πολύ μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους για κατανάλωση. Στα δεδομένα, η κατανάλωση του χαμηλότερου εισοδηματικού 20% αντιστοιχεί περίπου στο 130% του καταγεγραμμένου καθαρού εισοδήματος, ενώ για το υψηλότερο 20% περίπου στο 76%.
Αυτό μπορεί να αντανακλά χρήση αποταμιεύσεων, δανεισμό, οικογενειακές μεταβιβάσεις, προσωρινά πολύ χαμηλά εισοδήματα ή και υποκαταγραφή εισοδήματος. Η οικονομική συνέπεια όμως είναι σαφής: ένα παρόμοιο ποσοστό αύξησης των τιμών έχει πολύ μεγαλύτερο βάρος για ένα νοικοκυριό που αναγκάζεται να καταναλώνει σχεδόν όλο το εισόδημά του.
Η μεγάλη αντίφαση: προοδευτική επίπτωση στις τιμές, παλινδρομικό βάρος στο εισόδημα
Αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, το σημαντικότερο εύρημα της εργασίας. Μπορούν να ισχύουν ταυτόχρονα δύο πράγματα. Οι υψηλότερες καταναλωτικές ομάδες μπορεί να αντιμετωπίζουν λίγο μεγαλύτερη αύξηση στο κόστος του καλαθιού τους. Παρ' όλα αυτά, οι χαμηλότερες εισοδηματικές ομάδες υφίστανται σαφώς μεγαλύτερη επιβάρυνση σε σχέση με το εισόδημά τους.
Η παλινδρομικότητα του ΦΠΑ, επομένως, δεν προκύπτει κυρίως επειδή οι τιμές αυξάνονται περισσότερο για τους φτωχότερους. Προκύπτει επειδή τα χαμηλότερα εισοδήματα πρέπει να καταναλώνουν πολύ μεγαλύτερο ποσοστό των πόρων τους για να καλύψουν τις καθημερινές τους ανάγκες.
Η ίδια μεταβολή στις τιμές μπορεί να είναι σχετικά ήπια για ένα υψηλό εισόδημα και πολύ βαριά για ένα χαμηλό εισόδημα. Η ουσία βρίσκεται όχι μόνο στο πόσο αυξάνονται οι τιμές, αλλά στο πόσο μεγάλο μέρος του εισοδήματος πρέπει να δαπανηθεί για κατανάλωση.
Τι σημαίνει αυτό σε ευρώ;
Για το χαμηλότερο καταναλωτικό 20%, το ετήσιο ισοδύναμο κόστος της αύξησης των τιμών υπολογίζεται περίπου σε €249. Για το υψηλότερο 20%, περίπου σε €1.837. Τα ποσά αυτά δεν σημαίνουν ότι κάθε νοικοκυριό πλήρωσε ακριβώς αυτό το ποσό κάθε χρόνο της κρίσης. Πρόκειται για ετήσια ισοδύναμα κόστη με βάση το καταναλωτικό καλάθι αναφοράς.
Σε απόλυτα ευρώ οι υψηλότερες καταναλωτικές ομάδες πληρώνουν περισσότερο, επειδή καταναλώνουν πολύ περισσότερα. Σε σχέση όμως με το εισόδημα, το βάρος είναι σαφώς μεγαλύτερο στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα.
Τι μας λέει τελικά αυτή η έρευνα για τη δημοσιονομική προσαρμογή;
Η δημοσιονομική προσαρμογή δεν είχε μόνο το κόστος που βλέπαμε στις περικοπές, στους μισθούς, στις συντάξεις και στους άμεσους φόρους. Είχε και ένα κόστος μέσω του επιπέδου των τιμών. Οι αυξήσεις του ΦΠΑ μετατράπηκαν σε ακριβότερη καθημερινότητα σε μια περίοδο κατά την οποία τα εισοδήματα και η κατανάλωση των νοικοκυριών βρίσκονταν ήδη υπό τεράστια πίεση.
Παράλληλα, η αποτελεσματικότητα μιας μείωσης ΦΠΑ ως μέτρο στήριξης των καταναλωτών φαίνεται να εξαρτάται όχι μόνο από το πόσο μειώνεται ο συντελεστής, αλλά και από το περιβάλλον συμμόρφωσης και ελέγχου μέσα στο οποίο εφαρμόζεται. Η σημαντικά μεγαλύτερη μετακύλιση των μειώσεων μετά το 2017 είναι συμβατή με την ιδέα ότι η ψηφιοποίηση των συναλλαγών και η ενίσχυση της φορολογικής παρακολούθησης άλλαξαν τον τρόπο με τον οποίο οι μειώσεις φόρων φτάνουν στον τελικό καταναλωτή.
Τα πέντε βασικά συμπεράσματα
- Ένα μεγάλο μέρος των αυξήσεων του ΦΠΑ πέρασε στις τιμές. Η βασική εκτίμηση είναι περίπου 76% σε ορίζοντα δύο ετών, με σημαντική αβεβαιότητα ως προς το ακριβές μέγεθος.
- Η μείωση του 2013 πέρασε πολύ λίγο στον καταναλωτή. Η εκτίμηση είναι περίπου 27%, ενώ οι μεταγενέστερες μειώσεις μετά το 2017 πέρασαν περίπου κατά 71%.
- Οι μεταβολές του ΦΠΑ της περιόδου 2010–2016 αύξησαν σημαντικά το επίπεδο τιμών. Η βασική μακροχρόνια εκτίμηση είναι περίπου +4,1 μονάδες, με περίπου 3 μονάδες ήδη εμφανείς μέχρι το τέλος του 2016.
- Η αύξηση του κόστους του καλαθιού δεν ήταν μεγαλύτερη για τους χαμηλότερους καταναλωτές. Αντίθετα, το καλάθι των υψηλότερων καταναλωτικών ομάδων επηρεάστηκε ελαφρώς περισσότερο.
- Το πραγματικό βάρος όμως ήταν πολύ μεγαλύτερο για τα χαμηλότερα εισοδήματα. Η επιβάρυνση αντιστοιχεί περίπου στο 4% του καθαρού εισοδήματος του χαμηλότερου 20%, έναντι περίπου 2,5% του υψηλότερου 20%.
Το πραγματικό κόστος μιας δημοσιονομικής προσαρμογής δεν μετριέται μόνο από το πόσα χρήματα αφαιρεί το κράτος από το εισόδημα. Μετριέται και από το πόσο ακριβότερη κάνει την καθημερινή ζωή και από το πόσο μεγάλο μέρος του εισοδήματός του πρέπει να θυσιάσει κάθε νοικοκυριό για να συνεχίσει να καλύπτει τις ανάγκες του.
Η ελληνική εμπειρία δείχνει ότι η αύξηση των τιμών και το πραγματικό οικονομικό βάρος δεν είναι το ίδιο πράγμα. Αυτή ακριβώς η διάκριση αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, την κεντρική συνεισφορά της νέας εργασίας.
Working Paper στο SSRNShare this post