Η ψευδαίσθηση του ονομαστικού: Όταν οι αριθμοί ευημερούν
Ελληνική οικονομίαπληθωρισμόςπραγματική ανάπτυξηΑΕΠδημόσιο χρέοςφορολογίαδημοσιονομική πολιτικήΔΝΤ

Η ψευδαίσθηση του ονομαστικού: Όταν οι αριθμοί ευημερούν

Prof. Dr. Nikolaos Antonakakis
404 views

Η αύξηση του ΑΕΠ, τα φορολογικά έσοδα και η μείωση του λόγου χρέους δεν αποτυπώνουν από μόνα τους τη βελτίωση της ευημερίας. Τι δείχνουν οι προβλέψεις ΔΝΤ και προϋπολογισμού για την πραγματική ανάπτυξη, τον πληθωρισμό και την ελληνική οικονομία;

ΑΝΑΛΥΣΗ · ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ · 13 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2026
Η ψευδαίσθηση του ονομαστικού

Το ΔΝΤ προβλέπει ανάπτυξη 1,8% και εναρμονισμένο πληθωρισμό 4,2% για το 2026. Πόσο από τη δημοσιονομική βελτίωση αντανακλά πραγματική ισχύ και πόσο την αύξηση των τιμών;

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο παρουσίασε σήμερα, στο πλαίσιο της Ετήσιας Συνόδου στην Μπανγκόκ, τις προβλέψεις του Οκτωβρίου 2026. Για την Ελλάδα εκτιμά πραγματική ανάπτυξη 1,8% τόσο το 2026 όσο και το 2027 και εναρμονισμένο πληθωρισμό 4,2% και 3,6%, αντίστοιχα. Προβλέπει επίσης ανεργία 8,0% και 7,6%, με έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών 6,6% του ΑΕΠ για το 2026. Το προσχέδιο του κρατικού προϋπολογισμού 2027, που κατατέθηκε στις 5 Οκτωβρίου, στηρίζεται σε ανάπτυξη 2,0% το 2026 και 2,3% το 2027. Για τον ίδιο δείκτη πληθωρισμού, τον ΕνΔΤΚ, προβλέπει 3,6% και 2,4%. Η απόσταση μεταξύ των δύο σεναρίων είναι επομένως 0,2 και 0,5 ποσοστιαίες μονάδες στην πραγματική ανάπτυξη και 0,6 και 1,2 μονάδες στον εναρμονισμένο πληθωρισμό. Πρόκειται για ουσιαστικές διαφορές, όχι για μια ασήμαντη τεχνική λεπτομέρεια.

Ονομαστικό ΑΕΠ
+5,5%
Προβλεπόμενη ονομαστική μεγέθυνση 2026
Συμβολή τιμών
≈63%
Λογαριθμικό μερίδιο αποπληθωριστή στο 2026
Πραγματική ανάπτυξη
2,0%
Προσχέδιο 2026, έναντι 1,8% του ΔΝΤ

Στοιχεία προσχεδίου και λογαριθμική αποσύνθεση συγγραφέα. Ο πληθωρισμός ΕνΔΤΚ δεν είναι ο αποπληθωριστής του ΑΕΠ.

Τι πραγματικά συμβαίνει

Η πρώτη αντίδραση είναι να ρωτήσει κανείς ποιος έχει δίκιο. Το πιο ενδιαφέρον ερώτημα, όμως, είναι τι σημαίνει κάθε συνδυασμός ανάπτυξης και πληθωρισμού για τα έσοδα, τις δαπάνες και το χρέος. Χαμηλότερη πραγματική ανάπτυξη τείνει να αποδυναμώνει τις φορολογικές βάσεις. Υψηλότερες τιμές, αντίθετα, μπορούν να αυξήσουν ονομαστικά τις φορολογικές εισπράξεις. Δεν γνωρίζουμε εκ των προτέρων ποια επίδραση κυριαρχεί: αυτό εξαρτάται από το είδος του πληθωρισμού, τη σύνθεση της ζήτησης, τη φορολογική συμμόρφωση και την προσαρμογή των δημοσίων δαπανών.

Ο μηχανισμός έχει τρεις όψεις. Πρώτον, ο ΦΠΑ υπολογίζεται στην αξία των φορολογητέων συναλλαγών. Με αμετάβλητες ποσότητες, συντελεστές και σύνθεση των αγορών, μια αύξηση τιμών κατά 5% οδηγεί περίπου σε αντίστοιχη αύξηση των εσόδων ΦΠΑ. Στην πραγματικότητα, όμως, οι ποσότητες και οι αγοραστικές επιλογές μεταβάλλονται. Δεύτερον, η μη αυτόματη τιμαριθμοποίηση των φορολογικών κλιμακίων δημιουργεί τη λεγόμενη ολίσθηση της φορολογικής κλίμακας (bracket creep): ονομαστικές αυξήσεις εισοδημάτων μπορούν να ανεβάζουν τον μέσο φορολογικό συντελεστή χωρίς ισόποση βελτίωση της αγοραστικής δύναμης. Τρίτον, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ έχει ως παρονομαστή το ονομαστικό ΑΕΠ, του οποίου η αύξηση προκύπτει από την πραγματική παραγωγή και τον αποπληθωριστή του ΑΕΠ, όχι απευθείας από τον ΔΤΚ.

Ένα απλό παράδειγμα: πώς οι τιμές αυξάνουν τον ΦΠΑ

Αξία αγοράς χωρίς ΦΠΑ: 100 €24 € ΦΠΑ
Αξία ίδιας αγοράς: 120 €28,80 € ΦΠΑ

Ενδεικτική άσκηση με αμετάβλητη ποσότητα και συντελεστή ΦΠΑ 24%. Δεν αποτελεί εκτίμηση για τις πραγματικές ελληνικές φορολογικές εισπράξεις.

Οι δημόσιες δαπάνες δεν προσαρμόζονται όλες με τον ίδιο ρυθμό. Ορισμένες δεσμεύσεις είναι ονομαστικά προκαθορισμένες, άλλες, όπως μέρος των συντάξεων, αναπροσαρμόζονται βάσει κανόνων, ενώ η ενέργεια και οι προμήθειες μπορεί να επιβαρύνουν αμέσως τον προϋπολογισμό. Σε ένα απρόσμενο πληθωριστικό επεισόδιο είναι συνεπώς δυνατόν οι ονομαστικές εισπράξεις να αυξηθούν ταχύτερα από ορισμένες δαπάνες. Αυτό συνιστά πιθανό προσωρινό δημοσιονομικό πλεονέκτημα, όχι αυτόματη απόδειξη μόνιμης δημοσιονομικής ισχύος. Η ολίσθηση της κλίμακας είναι ακριβέστερη περιγραφή του φορολογικού μηχανισμού από τον παραδοσιακό όρο «πληθωριστικός φόρος» της νομισματικής θεωρίας.

Τα στοιχεία

Η ΕΛΣΤΑΤ κατέγραψε ονομαστικό ΑΕΠ περίπου 248,35 δισ. ευρώ για το 2025. Το προσχέδιο προβλέπει 262,0 δισ. το 2026 και 274,6 δισ. το 2027, δηλαδή ονομαστική μεγέθυνση περίπου 5,5% και 4,8%. Συνδυάζοντας τα ποσά με τους προβλεπόμενους πραγματικούς ρυθμούς ανάπτυξης, ο συνεπαγόμενος αποπληθωριστής του ΑΕΠ είναι 3,43% το 2026 και 2,45% το 2027. Με την ακριβή λογαριθμική αποσύνθεση, το 63% της προβλεπόμενης ονομαστικής μεγέθυνσης του 2026 προέρχεται από τον αποπληθωριστή και το 37% από την πραγματική παραγωγή (Διάγραμμα 1). Για το 2027 η αντίστοιχη αναλογία είναι περίπου 52% και 48%. Εάν κρατήσουμε υποθετικά αμετάβλητο το ονομαστικό ΑΕΠ του προσχεδίου για το 2026 και αντικαταστήσουμε μόνο την πραγματική ανάπτυξη 2,0% με το 1,8% του ΔΝΤ, η συμμετοχή του αποπληθωριστή γίνεται περίπου 67%. Πρόκειται για άσκηση ευαισθησίας, όχι για ανεξάρτητη εκτίμηση του ΔΝΤ για τον αποπληθωριστή.

Διάγραμμα 1 · Πόση ονομαστική ανάπτυξη είναι πραγματική;

Λογαριθμική αποσύνθεση της αύξησης του ονομαστικού ΑΕΠ. Τα μερίδια αθροίζονται στο 100%.

Πραγματική παραγωγή Αποπληθωριστής ΑΕΠ
2026 · Προσχέδιο
37%63%
2026 · Υποθετικό σενάριο
33%67%
2027 · Προσχέδιο
48%52%
Σημείωση: Στη μεσαία γραμμή το προβλεπόμενο ονομαστικό ΑΕΠ διατηρείται σταθερό και η πραγματική ανάπτυξη αντικαθίσταται υποθετικά από το 1,8% του ΔΝΤ. Δεν αποτελεί πρόβλεψη του ΔΝΤ για τον αποπληθωριστή. Πηγές: ΕΛΣΤΑΤ, Προσχέδιο Προϋπολογισμού 2027. Υπολογισμοί συγγραφέα.

Το φορολογικό σκέλος προσφέρει ένα χειροπιαστό παράδειγμα της σημασίας των ονομαστικών βάσεων, όχι όμως και πλήρη απόδειξη της αιτίας. Για το σύνολο του 2026, τα έσοδα ΦΠΑ εκτιμάται ότι θα υπερβούν τον αρχικό στόχο κατά 1,548 δισ. ευρώ, ενώ οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης θα υπολείπονται κατά 283 εκατ. ευρώ, κυρίως λόγω χαμηλότερης κατανάλωσης ενεργειακών προϊόντων. Η αριθμητική διαφορά των δύο αποκλίσεων είναι περίπου 1,27 δισ. ευρώ. Δεν αποτελεί εκτίμηση του καθαρού οφέλους του πληθωρισμού. Μέρος της υπεραπόδοσης μπορεί να σχετίζεται με τη φορολογική συμμόρφωση, τη σύνθεση της κατανάλωσης, τον τουρισμό ή άλλες αποκλίσεις από τις αρχικές προβλέψεις.

Τα οριστικά στοιχεία εκτέλεσης του οκταμήνου Ιανουαρίου έως Αυγούστου 2026 καταγράφουν φορολογικά έσοδα 1,353 δισ. ευρώ υψηλότερα από τον στόχο, αφού εξαιρεθούν συγκεκριμένες έκτακτες εγγραφές, και καθαρά έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού αυξημένα κατά 2,331 δισ. ευρώ έναντι του στόχου. Τα ποσά αυτά δεν είναι ισοδύναμα με υπέρβαση πρωτογενούς αποτελέσματος, καθώς υπεισέρχονται δαπάνες, ετεροχρονισμοί και μη φορολογικές εισπράξεις. Το πρωτογενές πλεόνασμα σε τροποποιημένη ταμειακή βάση ήταν 6,534 δισ. ευρώ, έναντι 8,499 δισ. το αντίστοιχο οκτάμηνο του 2025. Εξαιρώντας τους ετεροχρονισμούς που αναφέρει το Υπουργείο και ειδικά κονδύλια, η υπέρβαση του πρωτογενούς αποτελέσματος έναντι στόχου περιορίζεται περίπου στα 219 εκατ. ευρώ. Και αυτά είναι στοιχεία της κεντρικής διοίκησης, όχι ταυτόσημα με το δημοσιονομικό αποτέλεσμα ολόκληρης της γενικής κυβέρνησης.

Πίνακας 1. Συγκρίσιμες προβλέψεις για την ελληνική οικονομία, 2026 και 2027
ΜέγεθοςΔΝΤ 2026Προσχέδιο 2026ΔΝΤ 2027Προσχέδιο 2027
Πραγματική ανάπτυξη (%)1,82,01,82,3
Εναρμονισμένος πληθωρισμός, ΕνΔΤΚ (%)4,23,63,62,4
Εθνικός ΔΤΚ (%)δεν συγκρίνεται εδώ3,8δεν συγκρίνεται εδώ2,6
Ανεργία (%)8,08,47,67,9
Ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών (% ΑΕΠ)−6,6δεν παρατίθεται−5,9δεν παρατίθεται
Πρωτογενές αποτέλεσμα προϋπολογισμού (% ΑΕΠ)δεν παρατίθεται3,6δεν παρατίθεται3,3
Χρέος γενικής κυβέρνησης (% ΑΕΠ)δεν παρατίθεται136,7δεν παρατίθεται128,8
Ονομαστικό ΑΕΠ (δισ. ευρώ)δεν παρατίθεται262,0δεν παρατίθεται274,6
Πηγές: ΔΝΤ, WEO Οκτωβρίου 2026, βάσει των δημόσιων αναφορών για τις προβλέψεις Ελλάδας, και Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Προσχέδιο 2027. Ο ΕνΔΤΚ και ο εθνικός ΔΤΚ είναι διαφορετικά μεγέθη. Το πρωτογενές αποτέλεσμα αφορά τις προβλέψεις προϋπολογισμού και δεν ταυτίζεται αυτομάτως με τη μεταβολή χρέους της γενικής κυβέρνησης.

Το Διάγραμμα 2 διατηρεί απολύτως κοινό ορισμό πληθωρισμού για τους δύο φορείς. Το ΔΝΤ βλέπει το 2027 μισή ποσοστιαία μονάδα λιγότερη πραγματική ανάπτυξη και 1,2 μονάδες υψηλότερο εναρμονισμένο πληθωρισμό από το προσχέδιο. Το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο αξιολογεί το μακροοικονομικό σενάριο του προϋπολογισμού, αλλά η αξιολόγησή του δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως τρίτη, ανεξάρτητη πρόβλεψη των ίδιων αριθμών. Οι δημοσιονομικές επιπτώσεις των διαφορών δεν είναι αυτονόητες: απαιτείται να γνωρίζουμε πώς μεταβάλλονται οι επιμέρους φορολογικές βάσεις και οι δαπάνες.

Διάγραμμα 2 · Δύο σενάρια για την ίδια οικονομία

Ίδιος δείκτης πληθωρισμού για όλους: ο Εναρμονισμένος Δείκτης Τιμών Καταναλωτή (ΕνΔΤΚ).

ΔΝΤ Προσχέδιο
Πραγματική ανάπτυξη · 2026
ΔΝΤ
1,8%
Προσχέδιο
2,0%
Πραγματική ανάπτυξη · 2027
ΔΝΤ
1,8%
Προσχέδιο
2,3%
Πληθωρισμός ΕνΔΤΚ · 2026
ΔΝΤ
4,2%
Προσχέδιο
3,6%
Πληθωρισμός ΕνΔΤΚ · 2027
ΔΝΤ
3,6%
Προσχέδιο
2,4%
Οι προβλέψεις πληθωρισμού του Υπουργείου αφορούν τον ΕνΔΤΚ. Οι τιμές της εθνικής σειράς ΔΤΚ δεν χρησιμοποιούνται σε αυτή τη σύγκριση. Πηγές: ΔΝΤ, WEO Οκτωβρίου 2026, και Προσχέδιο Κρατικού Προϋπολογισμού 2027.

Στο χρέος η εικόνα είναι εξίσου αποκαλυπτική, αρκεί να αποφύγουμε τη σύγχυση μεταξύ λογιστικής συνεισφοράς και αιτιώδους εξήγησης. Το χρέος της γενικής κυβέρνησης προβλέπεται να μειωθεί από περίπου 146,1% του ΑΕΠ το 2025 στο 136,7% το 2026. Με χρέος 362,9 δισ. ευρώ το 2025 και ονομαστικό ΑΕΠ 248,35 δισ., μπορούμε να κάνουμε μια ακριβή λογιστική άσκηση με τα δημοσιευμένα, στρογγυλοποιημένα μεγέθη: εάν το ονομαστικό απόθεμα χρέους έμενε αμετάβλητο, η αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ στα 262 δισ. θα μείωνε από μόνη της τον λόγο κατά περίπου 7,6 ποσοστιαίες μονάδες. Οι υπόλοιπες περίπου 1,8 μονάδες αντανακλούν την καθαρή μεταβολή του ονομαστικού αποθέματος χρέους που συνεπάγεται ο προβλεπόμενος λόγος. Η πρώτη επίδραση περιλαμβάνει και πραγματική ανάπτυξη και αύξηση του αποπληθωριστή. Η δεύτερη δεν μπορεί να κατανεμηθεί σε πρωτογενή πλεονάσματα, τόκους, αποπληρωμές και προσαρμογές αποθέματος-ροών χωρίς αναλυτικά συγκρίσιμα στοιχεία. Συνεπώς, δεν τεκμηριώνεται ότι οι 7,6 μονάδες οφείλονται αποκλειστικά στον πληθωρισμό.

Διάγραμμα 3 · Πώς αλλάζει ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ

Με βάση τα δημοσιευμένα, στρογγυλοποιημένα μεγέθη. Αποσύνθεση λογιστική και όχι αιτιώδης.

146,1%
Χρέος/ΑΕΠ 2025
136,7%
Πρόβλεψη 2026
−7,6 ποσοστιαίες μονάδες από αύξηση ονομαστικού ΑΕΠ, με σταθερό χρέος
−1,8 ποσοστιαίες μονάδες από καθαρή μεταβολή αποθέματος χρέους
Η επίδραση του παρονομαστή περιέχει και πραγματική ανάπτυξη και αποπληθωριστή. Δεν ταυτίζεται με την επίδραση του πληθωρισμού. Πηγές: ΕΛΣΤΑΤ και Προσχέδιο Προϋπολογισμού 2027. Υπολογισμοί συγγραφέα.

Κερδισμένοι και χαμένοι

Η ονομαστική διάσταση είναι ιδιαίτερα σημαντική για το ελληνικό δημόσιο, έναν μεγάλο οφειλέτη με σημαντικό μέρος των δανειακών του υποχρεώσεων σε σταθερά επιτόκια. Η αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ μειώνει μηχανικά τον λόγο χρέους, όταν οι υπόλοιποι παράγοντες μένουν σταθεροί. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο πληθωρισμός είναι ανέξοδος για το κράτος: αυξάνει ορισμένες δαπάνες, μπορεί να επηρεάσει μελλοντικά επιτόκια και ενδέχεται να περιορίσει την πραγματική δραστηριότητα. Για να χαρακτηριστεί το Δημόσιο συνολικός «κερδισμένος» χρειάζεται σύγκριση των καθαρών δημοσιονομικών επιδράσεων, όχι μόνο του παρονομαστή του χρέους.

Στην πλευρά των νοικοκυριών, οι πιέσεις είναι πιο ορατές. Η προκαταρκτική εκτίμηση της Eurostat τοποθετεί τον εναρμονισμένο πληθωρισμό του Σεπτεμβρίου 2026 στο 5,1%, ενώ ο εθνικός δείκτης της ΕΛΣΤΑΤ αυξήθηκε κατά 5,0%. Η ομάδα της στέγασης στον εθνικό ΔΤΚ ενισχύθηκε κατά 14,7%, με αυξήσεις 55,2% στο φυσικό αέριο και 53,2% στο πετρέλαιο θέρμανσης. Αντίθετα, τα τρόφιμα και μη αλκοολούχα ποτά αυξήθηκαν κατά 0,6%. Δεν είναι όλα τα νοικοκυριά εκτεθειμένα στο ίδιο καλάθι τιμών. Όσα διαθέτουν ενεργοβόρα κατοικία, εξαρτώνται από ακριβή θέρμανση ή έχουν υψηλό στεγαστικό βάρος αντιμετωπίζουν διαφορετική πραγματική πίεση από εκείνη που υποδηλώνει ένας μέσος δείκτης.

Ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε τον Απρίλιο του 2026 από 880 σε 920 ευρώ, δηλαδή κατά περίπου 4,5%. Η σύγκρισή του με τον ετήσιο πληθωρισμό ενός μόνο μήνα είναι ενδεικτική της πίεσης, όχι ακριβής εκτίμηση της πραγματικής μεταβολής του: αυτή απαιτεί κοινή χρονική βάση. Η Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών 2025 κατέγραψε μέση μηνιαία δαπάνη 1.820,20 ευρώ, αυξημένη κατά 5,5% σε τρέχουσες τιμές και 2,9% σε σταθερές. Σε αυτά προστίθεται το ζήτημα της μη αυτόματης τιμαριθμοποίησης της φορολογικής κλίμακας. Μελέτη της Eurobank του 2025 αποτίμησε το bracket creep για την περίοδο 2021–2023 και απέδωσε σημαντικό τμήμα της τότε αύξησης της αποτελεσματικής φορολογικής επιβάρυνσης στο πάγωμα των κλιμακίων. Δεν είναι όμως ορθό να μεταφέρονται αυτομάτως αυτές οι εκτιμήσεις στο 2026, καθώς μεσολάβησαν αλλαγές στους φορολογικούς συντελεστές και σε επιμέρους ελαφρύνσεις.

Τι σημαίνει για την πολιτική

Δεν προκύπτει από αυτές τις συγκρίσεις ότι ο προϋπολογισμός θα αποτύχει. Ούτε ότι θα επιτύχει αναγκαστικά χάρη στον πληθωρισμό. Προκύπτει κάτι πιο συγκεκριμένο: ένα υψηλότερο επίπεδο ονομαστικών τιμών μπορεί να βελτιώνει ορισμένους δημοσιονομικούς αριθμοδείκτες χωρίς αντίστοιχη βελτίωση της παραγωγικότητας ή του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος. Αν η ανάπτυξη το 2027 αποδειχθεί χαμηλότερη και ο πληθωρισμός υψηλότερος από το προσχέδιο, τα έσοδα ενδέχεται να εμφανίσουν μικτή εικόνα, ενώ οι δαπάνες θα επηρεαστούν ανάλογα με τους κανόνες αναπροσαρμογής και το ενεργειακό κόστος. Οι στόχοι πρέπει επομένως να αξιολογούνται με σενάρια ευαισθησίας, όχι με βεβαιότητες.

Το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο υπογραμμίζει ένα επιπλέον σημείο προσοχής: οι καθαρές πρωτογενείς δαπάνες προβλέπεται να αυξηθούν κατά 8,0% το 2026, ενώ το κανονικό όριο αναφοράς είναι 3,6%. Η αξιολόγηση της συμβατότητας με τους ευρωπαϊκούς κανόνες λαμβάνει υπόψη την προβλεπόμενη ευελιξία για αμυντικές δαπάνες και ενεργειακές παρεμβάσεις. Δεν σημαίνει ότι ολόκληρη η υπέρβαση αφορά μόνιμες δαπάνες ούτε ότι θα επαναλαμβάνεται αυτούσια μετά το 2026. Σημαίνει όμως ότι η σύνθεση και η μονιμότητα των δαπανών αξίζουν τουλάχιστον όση δημόσια προσοχή αποσπούν τα πρωτογενή πλεονάσματα.

Και υπάρχει η εξωτερική διάσταση. Το ΔΝΤ προβλέπει έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών 6,6% του ΑΕΠ το 2026. Αυτό υποδηλώνει ουσιώδεις εξωτερικές χρηματοδοτικές ανάγκες και ευπάθεια σε διεθνείς αναταράξεις. Δεν αποδεικνύει μόνο του αδύναμη ανταγωνιστικότητα, καθώς αντανακλά επίσης τις επενδύσεις, τις εισαγωγές ενέργειας και τους όρους εμπορίου. Υπογραμμίζει, ωστόσο, πόσο κρίσιμο είναι η αύξηση των ονομαστικών μεγεθών να συνοδεύεται από ενίσχυση της εγχώριας παραγωγικής ικανότητας.

Τι πρέπει να γίνει

Πρώτον, πιο προβλέψιμη προστασία από τη φορολογική ολίσθηση. Μια κανονιστική αναπροσαρμογή των φορολογικών κλιμακίων, πλήρης ή μερική, μπορεί να περιορίσει τη σιωπηρή αύξηση της μέσης φορολογικής επιβάρυνσης που προκαλούν οι καθαρά ονομαστικές αυξήσεις εισοδημάτων. Η Eurobank έχει εκτιμήσει ενδεικτικό δημοσιονομικό κόστος περίπου 1 δισ. ευρώ για πλήρη τιμαριθμοποίηση, σε όρους του 2025. Το πραγματικό κόστος σήμερα πρέπει να υπολογιστεί εκ νέου με το ισχύον φορολογικό σύστημα, τις πρόσφατες αλλαγές συντελεστών και τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο. Μια επιλογή είναι ο προκαθορισμένος περιοδικός επανέλεγχος των κλιμακίων με διαφανή δείκτη αναφοράς και ρητή πρόβλεψη για την αντιμετώπιση έκτακτων σοκ.

Δεύτερον, δημοσιονομικός κανόνας για τις υπερβάσεις εσόδων. Αντί κάθε θετική απόκλιση να αντιμετωπίζεται σαν μόνιμο περιθώριο νέων δαπανών, ένα μέρος της θα μπορούσε να κατευθύνεται στη μείωση χρέους και ένα μέρος σε προσωρινή, στοχευμένη στήριξη. Ο κανόνας πρέπει να βασίζεται σε διαρθρωτικά και επαληθευμένα έσοδα, με προσαρμογές για ετεροχρονισμούς και μη επαναλαμβανόμενες εισπράξεις. Δεν αρκεί η υπέρβαση ενός ετήσιου ταμειακού στόχου για να διαπιστωθεί διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος. Χρειάζεται ανεξάρτητη αξιολόγηση των αποκλίσεων και συμφωνία με την ευρωπαϊκή πορεία καθαρών δαπανών.

Τρίτον, η ενεργειακή πολιτική να μειώνει μόνιμα το κόστος και στοχευμένα τις ανισότητες. Η κυβερνητική εξειδίκευση της ΔΕΘ δεν μιλά για μια αυτόματη περικοπή 30% στη χονδρεμπορική τιμή. Θέτει ως στόχο σταδιακή μείωση της λιανικής τιμής ηλεκτρικής ενέργειας κατά 30% την περίοδο 2027–2029 μέσω δικτύων, αποθήκευσης, ΑΠΕ και εξοικονόμησης. Η προβλεπόμενη μείωση 50% στις ΥΚΩ από τον Ιανουάριο του 2027 αφορά την πρώτη κλίμακα, έως 500 kWh. Οι επενδύσεις στην προσφορά είναι ορθή κατεύθυνση, αλλά η απόδοσή τους πρέπει να αξιολογείται με διαφανείς δείκτες και όχι να θεωρείται δεδομένη. Παράλληλα, η στήριξη χρειάζεται κριτήρια εισοδήματος, ενεργειακής ευαλωτότητας και πραγματικής δυνατότητας εξοικονόμησης ώστε να αποφεύγονται ανεπιθύμητα διανεμητικά αποτελέσματα.

Η ουσία

Η βελτίωση των δημοσιονομικών δεικτών είναι σημαντική. Αλλά άλλο το ονομαστικό μέγεθος και άλλο η πραγματική οικονομική πρόοδος. Με το σενάριο του προσχεδίου, περίπου το 63% της ονομαστικής αύξησης του ΑΕΠ για το 2026 συνδέεται λογιστικά με τον αποπληθωριστή. Η υπέρβαση των εσόδων ΦΠΑ είναι πραγματική, χωρίς να γνωρίζουμε ποιο μέρος της οφείλεται αποκλειστικά στις τιμές. Και η μείωση του λόγου χρέους επωφελείται από τον μεγαλύτερο ονομαστικό παρονομαστή, στον οποίο όμως συμμετέχουν τόσο η πραγματική ανάπτυξη όσο και ο αποπληθωριστής. Ο κίνδυνος δεν είναι ότι το πλεόνασμα είναι ψεύτικο. Είναι ότι μπορεί να το διαβάζουμε σαν πλήρη απόδειξη ευημερίας, ενώ πίσω του εξακολουθούν να πιέζονται η αγοραστική δύναμη και η παραγωγική βάση. Οι προβλέψεις του ΔΝΤ δίνουν έναν σοβαρό λόγο να θέσουμε αυτό το ερώτημα. Η κρίση για το αν οι στόχοι επιτυγχάνονται με διατηρήσιμο και κοινωνικά ισορροπημένο τρόπο είναι δική μας οικονομική και πολιτική ευθύνη, όχι συμπέρασμα που πρέπει να αποδοθεί αυτούσιο στο Ταμείο.

Μεθοδολογική σημείωση. Τα στοιχεία για το ΔΝΤ αποδίδονται στις δημόσιες παρουσιάσεις της 13ης Οκτωβρίου 2026. Για άμεσες συγκρίσεις πληθωρισμού χρησιμοποιείται παντού ο εναρμονισμένος δείκτης (ΕνΔΤΚ). Η αποσύνθεση ονομαστικής μεγέθυνσης βασίζεται στην ταυτότητα ln(1 + ονομαστική μεγέθυνση) = ln(1 + πραγματική ανάπτυξη) + ln(1 + μεταβολή αποπληθωριστή ΑΕΠ), με μερίδια επί της συνολικής λογαριθμικής μεταβολής. Το υποθετικό σενάριο του ΔΝΤ στο Διάγραμμα 1 δεν είναι πρόβλεψη του ΔΝΤ για τον αποπληθωριστή. Η αποσύνθεση χρέους στο Διάγραμμα 3 είναι αμιγώς λογιστική, χωρίς αιτιώδη εκτίμηση της επίδρασης του πληθωρισμού. Όλα τα ποσά και οι λόγοι είναι στρογγυλοποιημένα.

Share this post

Written by

Prof. Dr. Nikolaos Antonakakis