Η «μικρότερη πτώση» δεν είναι νίκη: τι λέει πραγματικά η PISA 2025 για την Ελλάδα
Ένας στους τρεις Έλληνες 15χρονους δεν φτάνει το βασικό επίπεδο σε Μαθηματικά, Ανάγνωση και Φυσικές Επιστήμες ταυτόχρονα. Το υπουργείο Παιδείας βλέπει ανακοπή της απόκλισης από τον ΟΟΣΑ, αλλά τα δεδομένα το επιβεβαιώνουν μόνο για τα Μαθηματικά. Τι δείχνει η έκθεση PISA 2025 για την Ελλάδα, γιατί αφορά την οικονομία, και τρεις κοστολογημένες προτάσεις.
Η «μικρότερη πτώση» δεν είναι νίκη: τι λέει πραγματικά η PISA 2025 για την Ελλάδα
Ένας στους τρεις Έλληνες 15χρονους δεν φτάνει το βασικό επίπεδο σε Μαθηματικά, Ανάγνωση και Φυσικές Επιστήμες ταυτόχρονα. Το υπουργείο Παιδείας βλέπει ανακοπή της απόκλισης από τον ΟΟΣΑ. Τα δεδομένα το επιβεβαιώνουν μόνο για τα Μαθηματικά.
Την Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου ο ΟΟΣΑ δημοσίευσε τα αποτελέσματα της PISA 2025, της ένατης διεθνούς έρευνας που μετρά τι γνωρίζουν και τι μπορούν να κάνουν οι 15χρονοι σε 91 χώρες και οικονομίες. Η Ελλάδα συγκέντρωσε 434 μονάδες στις Φυσικές Επιστήμες, 423 στην Κατανόηση Κειμένου και 424 στα Μαθηματικά, έναντι 482, 461 και 463 κατά μέσο όρο στις χώρες του ΟΟΣΑ. Σε σχέση με τον κύκλο του 2022 έχασε 7, 16 και 6 μονάδες αντίστοιχα. Το υπουργείο Παιδείας επέλεξε να σταθεί σε κάτι άλλο: για πρώτη φορά σε μια δεκαετία, είπε, η απόσταση από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ σταμάτησε να διευρύνεται. Είναι μια ανάγνωση που αξίζει να ελεγχθεί με τους αριθμούς, γιατί από αυτήν εξαρτάται αν το επόμενο βήμα της εκπαιδευτικής πολιτικής θα είναι συνέχεια ή αλλαγή πορείας.
Τι μετρά η PISA και γιατί αφορά την οικονομία
Η κλίμακα της PISA βαθμονομήθηκε το 2000 ώστε ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ να είναι 500 μονάδες και η τυπική απόκλιση 100. Ο ΟΟΣΑ χρησιμοποιεί ως πρακτικό οδηγό ότι περίπου 20 μονάδες αντιστοιχούν σε ένα σχολικό έτος μάθησης. Το «Επίπεδο 2» είναι το κατώφλι της βασικής επάρκειας: ο μαθητής μπορεί να αναγνωρίσει τη σωστή εξήγηση για ένα οικείο φαινόμενο, να καταλάβει ένα κείμενο μέτριας δυσκολίας ή να εφαρμόσει έναν απλό μαθηματικό κανόνα σε καθημερινό πρόβλημα. Κάτω από αυτό, η συμμετοχή σε μια σύγχρονη οικονομία γίνεται δύσκολη.
Για έναν οικονομολόγο, το ενδιαφέρον της PISA δεν είναι η κατάταξη αλλά η σύνδεση με την ανάπτυξη. Η εργασία των Hanushek και Woessmann (2012) έδειξε ότι οι γνωστικές δεξιότητες, και όχι τα έτη φοίτησης, εξηγούν το μεγαλύτερο μέρος των διαφορών στους μακροχρόνιους ρυθμούς ανάπτυξης μεταξύ χωρών. Η εκτίμησή τους, ότι μια βελτίωση κατά 25 μονάδες PISA συνδέεται με περίπου μισή ποσοστιαία μονάδα υψηλότερο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης σε βάθος δεκαετιών, παραμένει συζητήσιμη ως προς την αιτιότητα, αλλά η κατεύθυνση του ευρήματος έχει αντέξει σε πολλαπλούς ελέγχους. Με αυτό το μέτρο, η απόσταση των 48 μονάδων που χωρίζει σήμερα τον Έλληνα 15χρονο από τον μέσο 15χρονο του ΟΟΣΑ στις Φυσικές Επιστήμες δεν είναι ένα στατιστικό ατύχημα. Είναι περίπου δύο σχολικά έτη μάθησης που λείπουν από το μελλοντικό εργατικό δυναμικό της χώρας.
Τα στοιχεία
Η εικόνα του 2025 είναι ομοιόμορφη (Διάγραμμα 1). Και στα τέσσερα πεδία η Ελλάδα βρίσκεται 38 έως 48 μονάδες κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Στη νέα ενότητα της υπολογιστικής επίλυσης προβλημάτων, όπου ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ ορίστηκε στις 500 μονάδες, η χώρα συγκέντρωσε 461. Το γεγονός ότι η απόσταση είναι παρόμοια σε όλα τα πεδία, από την ανάγνωση έως τον υπολογιστικό λογισμό, δείχνει ότι δεν πρόκειται για αδυναμία ενός αναλυτικού προγράμματος αλλά για κάτι πιο συστημικό.
Ισχύει όμως ο ισχυρισμός ότι η απόκλιση σταμάτησε να μεγαλώνει; Το Διάγραμμα 2 αφαιρεί την ελληνική επίδοση από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ σε κάθε κύκλο από το 2015. Στα Μαθηματικά η απόσταση πράγματι μειώθηκε, από 42 μονάδες το 2022 σε 39 το 2025, επειδή ο ΟΟΣΑ έπεσε κατά 9 μονάδες και η Ελλάδα κατά 6. Στην Κατανόηση Κειμένου η απόσταση έμεινε στις 38 μονάδες, καθώς η ελληνική πτώση των 16 μονάδων ήταν σχεδόν ίση με την πτώση του ΟΟΣΑ κατά 14. Στις Φυσικές Επιστήμες, το πεδίο εστίασης του κύκλου, η απόσταση διευρύνθηκε από 44 σε 48 μονάδες και είναι η μεγαλύτερη της τελευταίας δεκαετίας. Η «ανακοπή» για την οποία μίλησε το υπουργείο υπάρχει, αλλά σε ένα από τα τρία πεδία και με μέγεθος τριών μονάδων, μια διαφορά που δύσκολα ξεχωρίζει από τον στατιστικό θόρυβο. Το ότι η Ελλάδα έπεσε λιγότερο από τον ΟΟΣΑ στα Μαθηματικά δεν σημαίνει ότι οι Έλληνες μαθητές έμαθαν περισσότερα. Σημαίνει ότι οι υπόλοιποι έμαθαν λιγότερα. Η ίδια η έκθεση το επιβεβαιώνει με έναν πιο αυστηρό δείκτη, τη μέση δεκαετή τάση 2015-2025 που υπολογίζει με γραμμική παλινδρόμηση πάνω σε τέσσερις κύκλους (Πίνακας I.2.9): η Ελλάδα χάνει 21 μονάδες ανά δεκαετία στις Φυσικές Επιστήμες, 45 στην Κατανόηση Κειμένου και 33 στα Μαθηματικά, όταν οι 35 χώρες του ΟΟΣΑ με συγκρίσιμα στοιχεία χάνουν 7, 27 και 24. Η υποχώρηση είναι, δηλαδή, ένα διεθνές φαινόμενο, αλλά στην Ελλάδα τρέχει με περίπου διπλάσια ταχύτητα. Στην ανάγνωση, 45 μονάδες ανά δεκαετία αντιστοιχούν σε πάνω από δύο σχολικά έτη μάθησης που χάθηκαν μέσα σε μία γενιά μαθητών.
Η μέση επίδοση κρύβει το πιο σοβαρό εύρημα, που είναι η κατανομή. Το 31,4% των Ελλήνων 15χρονων βρίσκεται κάτω από το Επίπεδο 2 και στα τρία πεδία ταυτόχρονα, έναντι 19,7% στον ΟΟΣΑ (Διάγραμμα 3). Μόνο το 50% φτάνει το βασικό επίπεδο στα Μαθηματικά, το 56% στην Ανάγνωση και το 59% στις Φυσικές Επιστήμες, έναντι 69%, 69% και 74% στον ΟΟΣΑ. Στην κορυφή η εικόνα είναι ακόμη πιο φτωχή: 3,3% των μαθητών ανήκουν στις υψηλές επιδόσεις (Επίπεδο 5 ή 6) σε τουλάχιστον ένα πεδίο, έναντι 11,9% στον ΟΟΣΑ, και μόλις 1% στην Ανάγνωση. Η Τουρκία, με παρόμοιο κατά κεφαλήν εισόδημα, έχει 15,4% χαμηλές επιδόσεις και ανέβηκε 18 μονάδες στις Φυσικές Επιστήμες από το 2022, στις 494. Η Πορτογαλία, που το 2000 βρισκόταν κοντά στην Ελλάδα, έχει 18,6%. Και η κατεύθυνση είναι λάθος: μεταξύ 2022 και 2025 το ποσοστό των χαμηλών επιδόσεων στις Φυσικές Επιστήμες αυξήθηκε στην Ελλάδα κατά 3,6 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ το ποσοστό των υψηλών έμεινε ακριβώς εκεί που ήταν. Σε βάθος δεκαετίας, η έκθεση κατατάσσει την Ελλάδα σε μια μικρή ομάδα, μαζί με το Βέλγιο, την Ινδονησία και το Ισραήλ, όπου υποχώρησαν και οι αδύναμοι και οι δυνατοί μαθητές, χωρίς η μεταξύ τους απόσταση να αλλάξει. Δεν πρόκειται για πρόβλημα ουράς. Ολόκληρη η κατανομή μετακινείται προς τα κάτω.
Δύο ακόμη ευρήματα αξίζουν προσοχή. Πρώτον, η κοινωνικοοικονομική ανισότητα στις επιδόσεις εμφανίζεται να μειώθηκε, αλλά για τον λάθος λόγο: από το 2022 οι μαθητές από ευνοημένα νοικοκυριά έχασαν 11 μονάδες στις Φυσικές Επιστήμες και οι μαθητές από μη ευνοημένα 5. Η απόσταση ανάμεσα στις δύο ομάδες, 76 μονάδες, είναι μικρότερη από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ (85), όχι επειδή ανέβηκε η βάση αλλά επειδή κατέβηκε η κορυφή. Δεύτερον, δύο ομάδες υστερούν πολύ περισσότερο από όσο αλλού: τα αγόρια στην Ανάγνωση, με 400 μονάδες έναντι 446 των κοριτσιών, ένα χάσμα 46 μονάδων όταν στον ΟΟΣΑ είναι 30, και οι μαθητές με μεταναστευτικό υπόβαθρο, με 387 μονάδες στις Φυσικές Επιστήμες έναντι 448 των υπολοίπων, ένα χάσμα 61 μονάδων έναντι 43 στον ΟΟΣΑ. Η Ελλάδα είναι μία από τις επτά χώρες όπου το χάσμα φύλου στην ανάγνωση φτάνει ή ξεπερνά τις 45 μονάδες και μία από τις τέσσερις όπου η διαφορά ανάμεσα στο ποσοστό αγοριών και κοριτσιών με χαμηλές επιδόσεις ξεπερνά τις 20 ποσοστιαίες μονάδες. Ένα μέρος του μεταναστευτικού χάσματος είναι, όπως σημειώνει η έκθεση, κοινωνικοοικονομικό: στην Ελλάδα το ποσοστό των μη ευνοημένων μαθητών ανάμεσα στους μετανάστες είναι πάνω από 30 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο από ό,τι στους υπόλοιπους, μία από τις μεγαλύτερες διαφορές του ΟΟΣΑ. Το 14,3% των απαντήσεων των Ελλήνων μαθητών στην Ανάγνωση ήταν «βιαστικές», δηλαδή γρήγορες και λανθασμένες, έναντι 8,9% στον ΟΟΣΑ.
| Χώρα | Φυσικές Επιστ. (μον.) | Ανάγνωση (μον.) | Μαθηματικά (μον.) | Τάση 2015-25, Ανάγνωση (μον./δεκαετία) | Δ Φυσ. Επιστ. 2022-25 (μον.) | Χαμηλές επιδ. και στα 3 (%) | Υψηλές επιδ. (%) |
|---|---|---|---|---|---|---|---|
| Ελλάδα | 434 | 423 | 424 | -45 | -7 | 31,4 | 3,3 |
| Μέσος όρος ΟΟΣΑ | 482 | 461 | 463 | -27 | -3 | 19,7 | 11,9 |
| Πορτογαλία | 482 | 462 | 460 | -36 | -3 | 18,6 | 9,0 |
| Τουρκία | 494 | 472 | 462 | +34 | +18 | 15,4 | 11,1 |
| Εσθονία | 527 | 499 | 508 | -21 | +1 | 7,4 | 18,0 |
| Κύπρος | 411 | 379 | 412 | μ.δ. | 0 | 43,5 | 4,6 |
| Πηγή: OECD, PISA 2025 Results (Volume I), Tables I.1 και I.2.9, 8 Σεπτεμβρίου 2026. Η δεκαετής τάση είναι η μέση μεταβολή ανά δεκαετία 2015-2025 από γραμμική παλινδρόμηση· για τον ΟΟΣΑ αφορά τις 35 χώρες με συγκρίσιμα στοιχεία· μ.δ. = μη διαθέσιμο. «Υψηλές επιδόσεις» είναι το ποσοστό μαθητών στο Επίπεδο 5 ή 6 σε τουλάχιστον ένα από τα τρία βασικά πεδία. | |||||||
Το σχολείο ως χώρος εργασίας
Η PISA δεν μετρά μόνο επιδόσεις. Ρωτά τους μαθητές πώς είναι η ζωή μέσα στην τάξη, και οι ελληνικές απαντήσεις εξηγούν περισσότερα από τη βαθμολογία (Διάγραμμα 4). Το 37% των Ελλήνων μαθητών δηλώνει ότι στις περισσότερες ή σε όλες τις ώρες Φυσικών Επιστημών δεν μπορεί να εργαστεί καλά, έναντι 19% στον ΟΟΣΑ. Το 46% αναφέρει θόρυβο και αταξία στα περισσότερα μαθήματα, όταν ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ είναι περίπου 30%, και η έκθεση κατονομάζει την Ελλάδα, μαζί με τη Βουλγαρία, το Μαρόκο και την Παλαιστινιακή Αρχή, ως τα συστήματα όπου πάνω από το ένα τρίτο των μαθητών δυσκολεύεται τακτικά να εργαστεί. Ο δείκτης πειθαρχικού κλίματος της Ελλάδας (-0,32) είναι ο χαμηλότερος μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ με εξαίρεση την Αργεντινή. Μόνο το 42,8% των μαθητών δηλώνει ότι δεν έκανε απουσίες τις δύο εβδομάδες πριν από την έρευνα, έναντι 66,1% στον ΟΟΣΑ. Και μόνο το 35,4% διαφωνεί με τη φράση «το σχολείο έκανε λίγα για να με προετοιμάσει για την ενήλικη ζωή», έναντι 51,4% στον ΟΟΣΑ. Χαμηλότερα βρίσκεται μόνο η Γερμανία.
Υπάρχει και ένα εύρημα που πρέπει να προβληματίσει όσους πιστεύουν ότι η λύση είναι μια απαγόρευση. Η Ελλάδα έχει το υψηλότερο ποσοστό μαθητών σε σχολεία που απαγορεύουν τα κινητά ανάμεσα σε 88 εκπαιδευτικά συστήματα, 98,3%. Παρ' όλα αυτά, το 33% των μαθητών δηλώνει ότι οι συμμαθητές του αποσπώνται από ψηφιακές συσκευές στις περισσότερες ώρες, πάνω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ (28%), και όσοι το αναφέρουν έχουν επίδοση χαμηλότερη κατά 30 μονάδες, ακόμη και μετά τη συνεκτίμηση του κοινωνικοοικονομικού προφίλ, όταν η αντίστοιχη διαφορά στον ΟΟΣΑ είναι 11. Η απαγόρευση είναι αναγκαία. Δεν είναι επαρκής, γιατί η απόσπαση της προσοχής δεν είναι πρόβλημα τηλεφώνου αλλά πρόβλημα τάξης. Ο δείκτης υποστήριξης από τους εκπαιδευτικούς στην Ελλάδα (-0,30) είναι επίσης από τους χαμηλότερους του ΟΟΣΑ, και μόνο το 22,9% των μαθητών φοιτά σε σχολεία χωρίς έλλειψη εκπαιδευτικών. Για λόγους δικαιοσύνης, η έκθεση καταγράφει και μια σαφή βελτίωση: οι ελλείψεις σε ψηφιακούς πόρους που αναφέρουν οι διευθυντές μειώθηκαν στην Ελλάδα κατά περισσότερο από 20 ποσοστιαίες μονάδες από το 2022, μία από τις έξι μεγαλύτερες μειώσεις διεθνώς. Ο εξοπλισμός έφτασε στα σχολεία. Η μάθηση δεν τον ακολούθησε.
Ποιοι κερδίζουν, ποιοι χάνουν
Η κατανομή των απωλειών είναι σαφής. Χάνουν τα αγόρια, που φεύγουν από το Γυμνάσιο με 46 μονάδες λιγότερες από τα κορίτσια στην Ανάγνωση, δηλαδή περισσότερο από δύο σχολικά έτη. Χάνουν τα παιδιά των μεταναστών, για τα οποία το ελληνικό σχολείο δεν λειτουργεί ως μηχανισμός ένταξης όσο τα σχολεία άλλων χωρών. Χάνουν οι οικογένειες που πληρώνουν έναν ιδιωτικό φόρο, το φροντιστήριο, για να αγοράσουν αυτό που το δημόσιο σχολείο δεν παρέχει· το εύρημα ότι δύο στους τρεις μαθητές θεωρούν ότι το σχολείο δεν τους προετοιμάζει για την ενήλικη ζωή είναι, κατά τη γνώμη μου, η πιο ακριβής περιγραφή του παράλληλου συστήματος που έχει στηθεί δίπλα του. Και χάνει η οικονομία, σε μια δεκαετία που η δημογραφική συρρίκνωση σημαίνει ότι κάθε 15χρονος θα πρέπει να παράγει περισσότερα από τον προηγούμενο. Αν υπάρχει κερδισμένος, είναι ο κλάδος της σκιώδους εκπαίδευσης, και αυτό δεν είναι επιτυχία πολιτικής.
Τι σημαίνει για την πολιτική
Η συζήτηση θα στραφεί, όπως πάντα, στα χρήματα. Σύμφωνα με τη Eurostat, η Ελλάδα διέθεσε το 2023 το 3,3% του ΑΕΠ για δημόσιες δαπάνες εκπαίδευσης, στην προτελευταία θέση της ΕΕ, έναντι μέσου όρου 4,7%. Η απόσταση είναι πραγματική. Αλλά ο ίδιος ο ΟΟΣΑ προειδοποιεί ότι ο εθνικός πλούτος εξηγεί μόνο το ήμισυ της διακύμανσης στις επιδόσεις, και θυμίζει ότι το Λουξεμβούργο, με τη μακράν υψηλότερη δαπάνη ανά μαθητή, σημειώνει χαμηλότερη επίδοση στις Φυσικές Επιστήμες από την Ιρλανδία, τη Γαλλία και την Ιταλία, που ξοδεύουν λιγότερο από το μισό. Η Τουρκία δεν έγινε η χώρα με τη μεγαλύτερη βελτίωση στην Ευρώπη επειδή ξόδεψε περισσότερα από την Ελλάδα. Τα χρήματα είναι αναγκαία συνθήκη. Το τι αγοράζουν είναι το ερώτημα.
Τι πρέπει να γίνει
Πρώτον, στοχευμένη ενίσχυση για το ένα τρίτο που μένει πίσω. Η πιο τεκμηριωμένη παρέμβαση στη διεθνή βιβλιογραφία είναι η εντατική διδασκαλία σε μικρές ομάδες, δηλαδή τρεις με τέσσερις μαθητές, τρεις φορές την εβδομάδα, μέσα στο ωράριο, από εκπαιδευμένους διδάσκοντες. Η μετα-ανάλυση των Nickow, Oreopoulos και Quan (2020) σε 96 πειραματικές μελέτες βρίσκει μέσο αποτέλεσμα περίπου 0,37 τυπικών αποκλίσεων, που στην κλίμακα PISA αντιστοιχεί σε 30 με 40 μονάδες. Αν το πρόγραμμα καλύψει το 30% των μαθητών Γυμνασίου, περίπου 90.000 παιδιά, με κόστος 1.000 έως 1.500 ευρώ ανά μαθητή τον χρόνο, ο λογαριασμός είναι 90 έως 135 εκατ. ευρώ, κάτω από 0,06% του ΑΕΠ. Η αντίρρηση είναι σοβαρή: με το 77% των μαθητών σε σχολεία με ελλείψεις εκπαιδευτικών, ποιος θα διδάξει; Η απάντηση απαιτεί αμειβόμενες υπερωρίες και πιστοποιημένους τελειόφοιτους παιδαγωγικών τμημάτων, και τον κίνδυνο να μετατραπεί σε ένα ακόμη δημόσιο φροντιστήριο χωρίς αξιολόγηση αποτελέσματος.
Δεύτερον, το σχολικό κλίμα ως προτεραιότητα, όχι ως υποσημείωση. Ένα σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης για απουσίες, με υποχρεωτική επαφή με την οικογένεια στην τρίτη αδικαιολόγητη απουσία, και ένας ψυχολόγος ή κοινωνικός λειτουργός ανά Γυμνάσιο, όχι ανά ομάδα σχολείων. Για περίπου 1.700 Γυμνάσια, με μέσο κόστος 35.000 ευρώ ανά θέση, το κόστος είναι περίπου 60 εκατ. ευρώ τον χρόνο, συν 20 εκατ. για επιμόρφωση εκπαιδευτικών στη διαχείριση τάξης. Η Κορέα και η Κροατία βελτίωσαν σημαντικά το πειθαρχικό κλίμα τη δεκαετία 2015-2025 και είδαν σταθερές ή καλύτερες επιδόσεις. Η αντίρρηση: το κλίμα της τάξης εξαρτάται από στάσεις που το σχολείο ελέγχει μερικώς, και οι δείκτες της PISA μετρούν αντιλήψεις, όχι συμβάντα. Το επιχείρημα υπέρ είναι ότι κανένα από τα παραπάνω δεν έχει δοκιμαστεί συστηματικά.
Τρίτον, χρηματοδότηση με όρους. Μια πολυετής δέσμευση να ανέβει η δημόσια δαπάνη από το 3,3% προς το 4% του ΑΕΠ έως το 2030, δηλαδή περίπου 1,7 δισ. ευρώ επιπλέον τον χρόνο σε σημερινές τιμές, με δύο προϋποθέσεις: κάθε ευρώ να συνδέεται με μετρήσιμο στόχο (μείωση του ποσοστού κάτω από το Επίπεδο 2 κατά πέντε ποσοστιαίες μονάδες έως την PISA 2029) και ανεξάρτητη αξιολόγηση σχολικών μονάδων με δημοσίευση της προστιθέμενης αξίας τους. Η αντίρρηση είναι διπλή: ο νέος ευρωπαϊκός κανόνας καθαρών δαπανών περιορίζει τον δημοσιονομικό χώρο, και η εμπειρία δείχνει ότι δαπάνη χωρίς αλλαγή διακυβέρνησης δεν μετακινεί επιδόσεις. Γι' αυτό η σειρά έχει σημασία: πρώτα οι δύο προηγούμενες παρεμβάσεις, με αποδείξεις, και μετά η κλιμάκωση.
Η ουσία
Η Ελλάδα δεν έπεσε πολύ στην PISA 2025. Το πρόβλημα είναι από πού έπεσε. Όταν ένας στους τρεις 15χρονους δεν φτάνει το βασικό επίπεδο σε τίποτα από τα τρία που μετρήθηκαν, η μικρότερη πτώση από τον μέσο όρο δεν είναι ένδειξη ότι το σύστημα λειτουργεί, αλλά ότι το πρόβλημα των άλλων μεγάλωσε. Η επόμενη έρευνα θα διεξαχθεί το 2029. Οι μαθητές που θα μετρηθούν τότε μπαίνουν φέτος στην Α' Γυμνασίου. Ό,τι δεν αποφασιστεί αυτόν τον χειμώνα δεν θα φανεί σε εκείνα τα αποτελέσματα.
Πηγές
- OECD (2026), PISA 2025 Results (Volume I): Future-Ready Students, PISA, OECD Publishing, Paris, 8 Σεπτεμβρίου 2026. https://doi.org/10.1787/73451bc5-en (Executive Summary, Tables I.1 έως I.8).
- OECD (2026), PISA 2025 Results (Volume I): Country Note, Greece, 8 Σεπτεμβρίου 2026. oecd.org
- OECD, Education GPS, Greece: Student performance (PISA 2025). gpseducation.oecd.org
- OECD (2026), PISA 2025 Results (Volume I), Κεφάλαιο 2, Table I.2.7 (ετήσιο μαθησιακό κέρδος), Table I.2.8 (μεταβολή χαμηλών και υψηλών επιδόσεων 2022-2025) και Table I.2.9 (δεκαετής τάση 2015-2025), και Κεφάλαιο 4 (σχολικό κλίμα, ψηφιακοί πόροι).
- OECD (2016, 2019, 2023), PISA 2015, 2018 και 2022 Results (Volume I), OECD Publishing, Paris, για τα επίπεδα Ελλάδας και ΟΟΣΑ του Διαγράμματος 2.
- Eurostat (2026), Government expenditure on education, στοιχεία 2023, δημοσίευση Αυγούστου 2026, όπως αναπαράγονται από in.gr (19 Αυγούστου 2026).
- Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού (2026), Ανακοίνωση αποτελεσμάτων έρευνας PISA 2025, 8 Σεπτεμβρίου 2026. minedu.gov.gr
- Hanushek, E. A., & Woessmann, L. (2012). Do better schools lead to more growth? Cognitive skills, economic outcomes, and causation. Journal of Economic Growth, 17(4), 267–321. https://doi.org/10.1007/s10887-012-9081-x
- Nickow, A., Oreopoulos, P., & Quan, V. (2020). The impressive effects of tutoring on PreK-12 learning: A systematic review and meta-analysis of the experimental evidence. NBER Working Paper 27476. https://doi.org/10.3386/w27476
Σημείωση μεθόδου: οι εκτιμήσεις κόστους των προτάσεων είναι τάξεις μεγέθους του συγγραφέα, με παραδοχές που αναφέρονται στο κείμενο (ΑΕΠ 2025 περίπου 245 δισ. ευρώ, περίπου 300.000 μαθητές Γυμνασίου, περίπου 1.700 Γυμνάσια). Η αντιστοίχιση 20 μονάδων PISA με ένα σχολικό έτος είναι πρακτικός οδηγός· οι εκτιμήσεις της ίδιας της έκθεσης για το ετήσιο μαθησιακό κέρδος σε δέκα χώρες (Table I.2.7) κυμαίνονται από 7 έως 34 μονάδες ανάλογα με τη χώρα και το πεδίο, οπότε η μετατροπή σε «σχολικά έτη» πρέπει να διαβάζεται ως τάξη μεγέθους. Τα επίπεδα 2015 και 2018 του Διαγράμματος 2 προέρχονται από τους αντίστοιχους τόμους του ΟΟΣΑ και είναι συνεπή με τη δεκαετή τάση που δημοσιεύει η έκθεση του 2025.
Share this post