Ποιος αξιολογεί τους αξιολογητές; Η υπόθεση Λαζαράτου και τα δύο μέτρα ποιότητας στα Πανεπιστήμια
ανώτατη εκπαίδευσηπανεπιστήμιαμη κρατικά πανεπιστήμιαδημόσια πανεπιστήμιαΕΘΑΑΕαξιολόγησηΠάνος ΛαζαράτοςΣυμβούλιο της ΕπικρατείαςΣτΕεκπαιδευτική πολιτικήποιότητα εκπαίδευσηςπανεπιστημιακή εκπαίδευση

Ποιος αξιολογεί τους αξιολογητές; Η υπόθεση Λαζαράτου και τα δύο μέτρα ποιότητας στα Πανεπιστήμια

Prof. Dr. Nikolaos Antonakakis
609 views

Οι προσφυγές για τα μη κρατικά πανεπιστήμια άνοιξαν μια πολύ μεγαλύτερη συζήτηση: αν απαιτούμε αυστηρό έλεγχο καθηγητών, προγραμμάτων και κτιρίων από τα νέα πανεπιστήμια, γιατί να μην απαιτούμε την ίδια διαφάνεια, αξιολόγηση και λογοδοσία από κάθε δημόσιο ΑΕΙ;

Η δικαστική αντιπαράθεση γύρω από την αδειοδότηση των μη κρατικών πανεπιστημίων στην Ελλάδα έφερε στο προσκήνιο ένα απολύτως θεμιτό αίτημα: αυστηρούς κανόνες, νομιμότητα και πραγματική διασφάλιση της ακαδημαϊκής ποιότητας. Υπάρχει όμως ένα ερώτημα που μέχρι σήμερα συζητείται πολύ λιγότερο. Αν όλα αυτά είναι απαραίτητα για ένα μη κρατικό πανεπιστήμιο, γιατί να μην απαιτούνται με την ίδια αυστηρότητα και από κάθε δημόσιο πανεπιστήμιο;

Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι εάν πρέπει να αξιολογούνται αυστηρά τα μη κρατικά πανεπιστήμια.

Ασφαλώς και πρέπει.

Το ερώτημα είναι εάν η ίδια απαίτηση ποιότητας, διαφάνειας και λογοδοσίας πρέπει να ισχύει για όλα τα πανεπιστήμια που απονέμουν τίτλους σπουδών στην Ελλάδα.

1. Τι ακριβώς συνέβη με την υπόθεση Λαζαράτου;

Ο Καθηγητής Διοικητικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ Πάνος Λαζαράτος έχει πρωταγωνιστήσει στη δικαστική αμφισβήτηση διοικητικών πράξεων που αφορούν την εγκατάσταση, λειτουργία και πιστοποίηση μη κρατικών πανεπιστημίων στην Ελλάδα.

Οι σχετικές προσφυγές οδήγησαν σε σημαντικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας σχετικά με άδειες Νομικών Προσώπων Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης. Ακολούθησαν νέες προσφυγές και νέες διοικητικές ενέργειες του Υπουργείου Παιδείας, με αποτέλεσμα η υπόθεση να αποκτήσει ιδιαίτερα μεγάλη δημοσιότητα.

Εδώ όμως χρειάζεται μια εξαιρετικά σημαντική διάκριση.

Το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν αποφάνθηκε ότι τα συγκεκριμένα ξένα πανεπιστήμια είναι ακαδημαϊκά ανεπαρκή ή ότι προσφέρουν χαμηλής ποιότητας σπουδές.

Η δικαστική κρίση αφορούσε ζητήματα νομιμότητας της διοικητικής και κανονιστικής διαδικασίας, μεταξύ άλλων την εξειδίκευση κριτηρίων πιστοποίησης, ζητήματα της διαδικασίας αξιολόγησης και τον έλεγχο των κτιριακών εγκαταστάσεων.

Η διάκριση δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι θεμελιώδης.

Άλλο πράγμα είναι να ακυρώνεται μια διοικητική πράξη επειδή η Πολιτεία δεν ακολούθησε ορθά μια προβλεπόμενη διαδικασία και εντελώς διαφορετικό να αποδεικνύεται ότι ένα πανεπιστήμιο, οι καθηγητές του ή τα προγράμματά του είναι χαμηλής ποιότητας.

2. Η παρέμβαση Λαζαράτου θέτει ένα χρήσιμο ερώτημα

Ανεξάρτητα από το αν κάποιος συμφωνεί ή διαφωνεί με τις συγκεκριμένες προσφυγές, ο δικαστικός έλεγχος της διοίκησης αποτελεί συστατικό στοιχείο ενός κράτους δικαίου.

Εάν η Πολιτεία θέτει αυστηρές προϋποθέσεις για τη λειτουργία νέων πανεπιστημίων, οφείλει η ίδια να εφαρμόζει με ακρίβεια τους κανόνες που έχει θεσπίσει.

Ακριβώς όμως αυτή η αυστηρότητα δημιουργεί ένα δεύτερο ερώτημα, ίσως ακόμη σημαντικότερο για την ελληνική ανώτατη εκπαίδευση.

Γιατί ο πήχης της ποιότητας να εξαρτάται από το ιδιοκτησιακό καθεστώς ενός πανεπιστημίου;

3. Αξιολογούνται τα δημόσια πανεπιστήμια;

Η απάντηση είναι ξεκάθαρη: ναι, αξιολογούνται.

Θα ήταν επομένως επιστημονικά λανθασμένο να υποστηριχθεί ότι τα ελληνικά δημόσια πανεπιστήμια λειτουργούν χωρίς μηχανισμούς αξιολόγησης.

Η Εθνική Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης, η ΕΘΑΑΕ, έχει θεσμική αρμοδιότητα για την αξιολόγηση και πιστοποίηση των ιδρυμάτων, των ακαδημαϊκών μονάδων, των προγραμμάτων σπουδών και των εσωτερικών συστημάτων διασφάλισης ποιότητας.

Η διαδικασία περιλαμβάνει ποσοτικά και ποιοτικά στοιχεία που αφορούν το διδακτικό έργο, το ανθρώπινο δυναμικό, την έρευνα, τις υποδομές, τις βιβλιοθήκες, τα εργαστήρια και γενικότερα την ποιότητα της ακαδημαϊκής λειτουργίας.

Το πραγματικό ζήτημα επομένως δεν είναι η ύπαρξη αξιολόγησης.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν η αξιολόγηση στα δημόσια και στα μη κρατικά πανεπιστήμια έχει συγκρίσιμη ένταση, διαφάνεια και, κυρίως, συγκρίσιμες συνέπειες όταν διαπιστώνονται σοβαρές αδυναμίες.

4. Ποιος αξιολογεί τους καθηγητές;

Στα δημόσια πανεπιστήμια η εκλογή και εξέλιξη των μελών ΔΕΠ πραγματοποιείται μέσω θεσμοθετημένων διαδικασιών και του συστήματος ΑΠΕΛΛΑ, με συμμετοχή εκλεκτορικών σωμάτων και εξωτερικών μελών.

Παράλληλα, λειτουργούν διαδικασίες αξιολόγησης μαθημάτων και διδασκόντων από τους φοιτητές, ενώ το ερευνητικό και διδακτικό δυναμικό λαμβάνεται υπόψη και στις διαδικασίες πιστοποίησης.

Υπάρχει όμως μια ουσιαστική διαφορά.

Ένας μόνιμος καθηγητής δημόσιου πανεπιστημίου δεν υποβάλλεται γενικά σε ένα σύστημα περιοδικής εξωτερικής επαναπιστοποίησης της συνολικής ακαδημαϊκής του δραστηριότητας από το οποίο να εξαρτάται η συνέχιση της δυνατότητάς του να διδάσκει.

Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να καταργηθεί η ακαδημαϊκή μονιμότητα. Η μονιμότητα προστατεύει, μεταξύ άλλων, την ακαδημαϊκή ελευθερία.

Άλλο όμως η προστασία της ακαδημαϊκής ελευθερίας και άλλο η απουσία ουσιαστικής περιοδικής λογοδοσίας.

5. Τι συμβαίνει με τις προσλήψεις;

Οι διαδικασίες εκλογής καθηγητών στα δημόσια ΑΕΙ είναι θεσμοθετημένες και σε σημαντικό βαθμό διαφανείς. Η ύπαρξη του ΑΠΕΛΛΑ, η δημοσιοποίηση των προκηρύξεων και η συμμετοχή εξωτερικών εκλεκτόρων αποτελούν σημαντικές θεσμικές ασφαλιστικές δικλείδες.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η συζήτηση έχει τελειώσει.

Η διεθνής ακαδημαϊκή πρακτική θέτει ολοένα μεγαλύτερη έμφαση όχι μόνο στην τυπική νομιμότητα μιας πρόσληψης αλλά και στην πραγματική αξιοκρατία, στη διεθνή κινητικότητα, στην αποφυγή ακαδημαϊκής ενδογαμίας και στη δυνατότητα προσέλκυσης επιστημόνων από την παγκόσμια αγορά.

Επομένως, ένα σύγχρονο σύστημα αξιολόγησης θα μπορούσε να εξετάζει όχι απλώς εάν μια πρόσληψη έγινε νόμιμα, αλλά και εάν ένα Τμήμα παραμένει επί δεκαετίες ακαδημαϊκά κλειστό ή αντλεί ανθρώπινο δυναμικό από ένα πραγματικά ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον.

6. Και τι γίνεται με τα κτίρια;

Εδώ η σύγκριση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Για την αδειοδότηση ενός ΝΠΠΕ προβλέπονται συγκεκριμένες απαιτήσεις σχετικά με τις κτιριακές εγκαταστάσεις, την ασφάλεια, την προσβασιμότητα, την πυροπροστασία, τις αίθουσες, τις βιβλιοθήκες, τα εργαστήρια και τις λοιπές υποδομές.

Φυσικά και τα δημόσια πανεπιστήμια οφείλουν να συμμορφώνονται με την κτιριακή, πολεοδομική, αντισεισμική και πυροσβεστική νομοθεσία. Οι υποδομές τους επίσης αποτελούν αντικείμενο αξιολόγησης στο πλαίσιο της διασφάλισης ποιότητας.

Υπάρχει όμως μια θεσμική ασυμμετρία: ένα ήδη λειτουργούν δημόσιο πανεπιστήμιο δεν αντιμετωπίζει την ίδια διαδικασία ex ante αδειοδότησης της ίδιας της πανεπιστημιακής του λειτουργίας που αντιμετωπίζει ένας νέος μη κρατικός φορέας.

Και εδώ γεννάται ένα εύλογο ερώτημα:

Εάν θεωρούμε ζωτικής σημασίας να γνωρίζουμε εάν ένα κτίριο μη κρατικού πανεπιστημίου πληροί συγκεκριμένα standards, γιατί να μην έχει ο πολίτης άμεση πρόσβαση στην ίδια ακριβώς πληροφόρηση για κάθε κτίριο κάθε δημόσιου πανεπιστημίου της χώρας;

7. Δημόσιο και μη κρατικό πανεπιστήμιο: η σύγκριση

Πεδίο Δημόσιο ΑΕΙ ΝΠΠΕ
Εξωτερική αξιολόγηση Ναι Ναι
ΕΘΑΑΕ Ναι Ναι
Πιστοποίηση προγραμμάτων Ναι Ναι
Σύστημα διασφάλισης ποιότητας Ναι Ναι
Έλεγχος ακαδημαϊκού προσωπικού Μέσω εκλογής, εξέλιξης και πιστοποίησης Μέσω θεσμικού πλαισίου, πιστοποίησης και μητρικού ιδρύματος
Προσλήψεις καθηγητών ΑΠΕΛΛΑ και εκλεκτορικά σώματα Διαδικασίες ιδρύματος και προβλέψεις θεσμικού πλαισίου
Αξιολόγηση υποδομών Ναι Ναι
Ειδική άδεια εγκατάστασης και λειτουργίας Όχι με αντίστοιχη μορφή Ναι
Κίνδυνος ανάκλησης άδειας λειτουργίας Δεν λειτουργεί με το ίδιο καθεστώς Ρητά προβλεπόμενος
Περιοδική ατομική επαναπιστοποίηση μόνιμων καθηγητών Όχι ως γενικός κανόνας Εξαρτάται από το κανονιστικό και θεσμικό πλαίσιο

8. Η λάθος απάντηση θα ήταν λιγότερος έλεγχος των μη κρατικών

Από τις παραπάνω διαφορές δεν προκύπτει ότι πρέπει να χαλαρώσουν οι προϋποθέσεις λειτουργίας των μη κρατικών πανεπιστημίων.

Το ακριβώς αντίθετο.

Ένα κράτος που επιτρέπει την είσοδο νέων πανεπιστημιακών φορέων έχει υποχρέωση να προστατεύσει τους φοιτητές και τις οικογένειές τους. Πρέπει να αποτρέψει την εμφάνιση ιδρυμάτων ευκαιρίας και να εξασφαλίσει επαρκές προσωπικό, σοβαρά προγράμματα σπουδών, ασφαλείς εγκαταστάσεις και πραγματική ακαδημαϊκή λειτουργία.

Η σωστή απάντηση λοιπόν δεν είναι λιγότερη αξιολόγηση των μη κρατικών.

Είναι περισσότερη και αποτελεσματικότερη αξιολόγηση όλων.

9. Το δύσκολο ερώτημα προς τον κ. Λαζαράτο και προς όλους μας

Η νομική κριτική του κ. Λαζαράτου πρέπει να κρίνεται με βάση τα νομικά επιχειρήματά της. Εάν μια διοικητική πράξη είναι παράνομη, το γεγονός ότι αφορά ένα ξένο ή μη κρατικό πανεπιστήμιο δεν αποτελεί λόγο για να αγνοηθεί η παρανομία.

Υπάρχει όμως και ένα επόμενο επίπεδο συζήτησης.

Εάν υπερασπιζόμαστε τόσο σθεναρά την αυστηρή αξιολόγηση των νέων πανεπιστημίων, πρέπει να είμαστε εξίσου πρόθυμοι να δεχθούμε τον ίδιο βαθμό διαφάνειας και λογοδοσίας για τα πανεπιστήμια στα οποία ήδη υπηρετούμε.

Και αυτό δεν αφορά προσωπικά τον κ. Λαζαράτο. Αφορά κάθε καθηγητή, κάθε πρύτανη, κάθε πανεπιστήμιο και τελικά την ίδια την Πολιτεία.

Η αξιολόγηση αποκτά πραγματική αξιοπιστία μόνο όταν είμαστε διατεθειμένοι να εφαρμόσουμε στον εαυτό μας τα standards που απαιτούμε από τους άλλους.

10. Μία ποιότητα για όλους

Η Ελλάδα θα μπορούσε να μετατρέψει αυτή την αντιπαράθεση σε ευκαιρία για μια πολύ μεγαλύτερη μεταρρύθμιση.

Η ΕΘΑΑΕ θα μπορούσε να αναπτύξει ένα ενιαίο δημόσιο National University Quality Dashboard, στο οποίο κάθε δημόσιο και μη κρατικό πανεπιστήμιο θα παρουσιάζεται με έναν κοινό πυρήνα αντικειμενικών και συγκρίσιμων δεικτών.

Τι θα μπορούσε να δημοσιοποιείται για κάθε πανεπιστήμιο και Τμήμα;
  • Αναλογία φοιτητών προς μέλη ακαδημαϊκού προσωπικού.
  • Προσόντα και ερευνητική δραστηριότητα του προσωπικού.
  • Διεθνής ερευνητική απήχηση.
  • Αξιολόγηση μαθημάτων και διδασκόντων.
  • Ποσοστά εγκατάλειψης σπουδών.
  • Ποσοστά και χρόνος αποφοίτησης.
  • Απασχολησιμότητα και επαγγελματική πορεία αποφοίτων.
  • Διεθνοποίηση φοιτητών και προσωπικού.
  • Επάρκεια εργαστηρίων και βιβλιοθηκών.
  • Προσβασιμότητα εγκαταστάσεων.
  • Πυρασφάλεια και ασφάλεια κτιρίων.
  • Αποτελέσματα εξωτερικών πιστοποιήσεων.
  • Συστάσεις προηγούμενων αξιολογήσεων και βαθμός συμμόρφωσης.

Έτσι ο υποψήφιος φοιτητής δεν θα χρειαζόταν να επιλέξει πανεπιστήμιο με βάση στερεότυπα περί «δημόσιου» ή «ιδιωτικού».

Θα μπορούσε να δει τα δεδομένα και να συγκρίνει.

11. Από το «δημόσιο ή ιδιωτικό» στο «καλό ή κακό» πανεπιστήμιο

Η ποιότητα μιας αίθουσας διδασκαλίας δεν εξαρτάται από το ποιος κατέχει το κτίριο.

Η επιστημονική επάρκεια ενός καθηγητή δεν αλλάζει ανάλογα με το αν ο μισθός του προέρχεται από τον κρατικό προϋπολογισμό ή από έναν μη κρατικό οργανισμό.

Ένα εργαστήριο είτε διαθέτει τον απαιτούμενο εξοπλισμό είτε όχι. Ένα πρόγραμμα σπουδών είτε ανταποκρίνεται στις εξελίξεις της επιστήμης είτε όχι. Ένας φοιτητής είτε λαμβάνει ποιοτική εκπαίδευση είτε δεν τη λαμβάνει.

Η ιδιοκτησία είναι θεσμικό χαρακτηριστικό.

Η ποιότητα είναι αποτέλεσμα.

Το πραγματικό δίδαγμα της υπόθεσης Λαζαράτου

Η απάντηση στις αδυναμίες που ανέδειξε η δικαστική αντιπαράθεση δεν πρέπει να είναι λιγότερος έλεγχος των μη κρατικών πανεπιστημίων.

Πρέπει να είναι περισσότερη διαφάνεια, αυστηρότερη αξιολόγηση και ουσιαστικότερη λογοδοσία για ολόκληρη την ελληνική ανώτατη εκπαίδευση.

Εάν ένα μη κρατικό πανεπιστήμιο πρέπει να αποδεικνύει ότι διαθέτει επαρκείς καθηγητές, ασφαλή κτίρια και ποιοτικά προγράμματα, το ίδιο δικαίωμα απόδειξης και η ίδια υποχρέωση λογοδοσίας πρέπει να αφορούν και κάθε δημόσιο πανεπιστήμιο.

Γιατί στο τέλος το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι:
«Δημόσιο ή ιδιωτικό;»

Είναι:
«Καλό ή κακό πανεπιστήμιο;»

Και απέναντι σε αυτό το ερώτημα, ο πήχης πρέπει να βρίσκεται στο ίδιο ύψος για όλους.

Share this post

Written by

Prof. Dr. Nikolaos Antonakakis